Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

"Χρυσά Έπη ονομάζονται οι 72 στίχοι των Πυθαγορείων"

Χρυσά Έπη ονομάζονται οι 72 στίχοι (τίτλος + 71 στίχοι) που απαγγέλλονταν από μνήμης καθημερινά από τους Πυθαγόρειους σπουδαστές και οι εντολές/προτροπές των στίχων αυτών ακολουθούνταν ευλαβικά προκειμένου να οδηγήσουν εαυτούς στην καθαρότητα της ψυχής. Βασίζονται στο δακτυλικό εξάμετρο, το μέτρο της ποίησης του Ομήρου, καθώς και άλλων νεώτερων ποιητών/φιλοσόφων. Οι στίχοι αυτοί ήσαν η βάση της ηθικής και εξαγνιστικής προσεγγίσεως του μεγάλου δασκάλου προς την αθανασία, οι οποίοι διασώθηκαν και μας μεταδόθηκαν από τον Ιάμβλιχο, του τέλους του +τρίτου αιώνα. Επικρατεί η άποψη ότι ο Πυθαγόρας δεν άφησε γραπτό έργο, προέτρεπε τους σπουδαστές του στην εξάσκηση της μνήμης.

Γίνεται αμέσως αντιληπτό το υψηλό επίπεδο αρετής στο οποίο συνήθιζε τους μαθητές του ο μεγάλος μαθηματικός και φυσικός φιλόσοφος της αρχαιότητας.

Ποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι κάποια απ’ αυτά τα παραγγέλματα έχουν απωλέσει την διαχρονική τους αξία;
Τα των Πυθαγορείων Χρυσά Έπη

᾿Αθανάτους μὲν πρῶτα θεούς, νόμῳ ὡς διάκεινται,
Τίμα καὶ σέβου ὅρκον, ἔπειθ᾿ ἥρωας ἀγαυούς,
Τούς τε καταχθονίoυς σέβε δαίμονας, ἔννομα ῥέζων.
Τούς τε γονεῖς τίμα, τούς τ᾿ ἄγχιστ’ ἐκγεγαῶτας.
Τῶν δ᾿ ἄλλων ἀρετῇ ποιεῦ φίλον ὅστις ἄριστος.
Πραέσι εἶκε λόγοις, ἔργοισί τ᾿ ἐπωφελίμοισι,
Μηδ᾿ ἔχθαιρε φίλον σὸν ἀμαρτάδος εἴνεκα μικρῆς,
῎Οφρα δύνῃ. Δύναμις γὰρ ἀνάγκης ἐγγύθι ναίει.
Ταῦτα μὲν οὕτως ἴσθι· κρατεῖν δ᾿ εἰθίζεο τῶνδε
Γαστρὸς μέν πρώτιστα, καὶ ὕπνου λαγνείης τε
Καὶ θυμοῦ. πρήξης δ᾿ αἰσχρόν ποτε μήτε μετ᾿ ἄλλου,
Μήτ᾿ ἰδίῃ· πάντων δὲ μάλιστ᾿ αἰσχύνεο σαυτόν.
Εἶτα δικαιοσύνην ἄσκει ἔργῳ τε λόγῳ τε.
Μηδ᾿ ἀλογίστως σαυτὸν ἔχειν περὶ μηδὲν ἔθιζε.
Ἀλλὰ γνῶθι μὲν ὡς θανέειν πέπρωται ἅπασι.
Χρήματα δ᾿ ἄλλοτε μὲν κτᾶσθαι φίλει, ἄλλοτ᾿ ὀλέσσαι.
Ὅσσα τε δαιμονίῃσι τύχαις βροτοὶ ἄλγἐ ἔχουσιν,
Ὧν ἂν μοῖραν ἔχῃς, ταύτην φέρε μηδ᾿ ἀγανάκτει.
Ἰᾶσθαι δὲ πρέπει, καθόσον δύνῃ.Ὧδε δὲ φράζευ·
Οὐ πάνυ τοῖς ἀγαθοῖς τούτων πολὺ μοῖρα δίδωσι.
Πολλοὶ δ᾿ ἀνθρώποισι λόγοι δειλοί τε καὶ ἐσθλοὶ
Προσπίπτουσ᾿, ὧν μήτ᾿ ἐκπλήσσεο, μήτ᾿ ἄρ᾿ ἐάσῃς
Εἴργεσθαι σαυτόν. Ψεῦδος δ᾿ ἥνπερ τι λέγηται
Πράως εἶχ᾿. ῞Ο δέ τοι ἐρέω, ἐπὶ παντὶ τελείσθω.
Μηδεὶς μήτε λόγῳ σε παρείπῃ μήτε τι ἔργῳ,
Πρῆξαι, μηδ᾿ εἰπεῖν, ὅ τι τοι μὴ βέλτερόν ἐστι.
Βουλεύου δὲ πρὸ ἔργου, ὅπως μὴ μῶρα πέληται
Δειλοῦ τοι πρήσσειν τε λέγειν τ᾿ ἀνόητα πρὸς ἀνδρός.
᾿Αλλὰ τάδ᾿ ἐκτελέειν, ἅ σε μὴ μετέπειτ ἀνιήσῃ.
Πρῆσσε δὲ μηδὲν τῶν μὴ ᾿πίστασαι, ἀλλὰ διδάσκευ
῞Οσσα χρεών, καὶ τερπνότατον βίον ὧδε διάξεις.
Οὐδ᾿ ὑγιείης τῆς περὶ σῶμ᾿ ἀμέλειαν ἔχειν χρή.
᾿Αλλὰ ποτοῦ τε μέτρον καὶ σίτου γυμναστίων τε
Ποιεῖσθαι· μέτρον δὲ λέγω τόδ᾿ ὃ μή σ᾿ ἀνιήσει.
Ειθιζου δε διαιταν εχειν καθαρειον αθρυπτον.
Καὶ πεφύλαξό γε ταῦτα ποιεῖν, ὁπόσα φθόνον ἴσχει.
Μὴ δαπανᾶν παρὰ καιρόν, ὁποῖα καλῶν ἀδαήμων·
Μηδ᾿ ἀνελεύθερος ἴσθι. Μέτρον δ᾿ ἐπὶ πᾶσιν ἄριστον.
Πρῆσσε δὲ ταῦθ᾿ ἅ σε μὴ βλάψει· λόγισαι δὲ πρὸ ἔργου.
Μηδ᾿ ὕπνον μαλακοῖσιν ἐπ᾿ ὄμμασι προδέξασθαι
Πρὶν τῶν ἡμερινῶν ἔργων λογίσασθαι ἕκαστον.
Πῇ παρέβην; τί δ᾿ ἔρεξα; τί μοι δέον οὐκ ἐτελέσθη;
Ἀρξάμενος δ᾿ ἀπὸ πρώτου ἐπέξιθι· καὶ μετέπειτα
δειλὰ μὲν ἐκπρήξας ἐπιπλήσσεο, χρηστὰ δέ, τέρπου.
Ταῦτα πόνει, ταῦτ᾿ ἐκμελέτα· τουτῶν χρὴ ἐρᾶν σε,
Ταῦτά σε τῆς θείης ἀρετῆς εἰς ἴχνια θήσει·
Ναὶ μὰ τὸν ἀματέρᾳ ψυχᾷ παραδόντα τετρακτύν,
Παγὰν ἀενάου φύσεως. Ἀλλ᾿ ἔργευ ἐπ᾿ ἔργον,
Θεοῖσι ἐπευξάμενος τελέσαι. Τούτων δὲ κρατήσας
Γνώσῇ ἀθανάτων τε θεῶν θνητῶν τ᾿ ἀνθρώπων
Σύστασιν, ᾗ τε ἕκαστα διέρχεται ᾗ τε κρατεῖται·
Γνώσῃ δ᾿ ᾗ θέμις ἐστι, φύσιν περὶ παντὸς ὁμοίην,
Ὡστέ σε μήτε ἄελπτ᾿ ἐλπίζειν, μήτε τι λήθειν.
Γνώσῃ δ᾿ ἀνθρώπους αὐθαιρετα πήματ᾿ ἔχοντας
Τλήμονας, οἵ τ᾿ ἀγαθῶν πέλας ὄντων οὔτ᾿ ἐσορῶσιν
Οὔτε κλύουσιν· λύσιν δὲ κακῶν παῦροι συνίσασι.
Τοίη μοῖρα βροτών βλάπτει φρένας· ὡς δὲ κύλινδροι
Ἄλλοτ᾿ ἐπ᾿ ἄλλα φέρονται, ἀπείρονα πήματ᾿ ἔχοντες.
Λυγρὴ γὰρ συνοπαδὸς ἔρις βλάπτουσα λέληθεν,
Σύμφυτος, ἣν οὐ δεῖ προάγειν εἴκοντα δὲ φεύγειν.
Ζεῦ πάτερ ἧ πολλῶν κε κακῶν λύσειας ἅπαντας,
Εἰ πᾶσιν δείξαις, οἵῳ τῷ δαίμονι χρῶνται.
Ἀλλὰ σὺ θάρσει, ἐπεῖ θεῖον γένος ἐστὶ βροτοῖσιν,
Οἷς ἱερὰ προφέρουσα φύσις δείκνυσιν ἕκαστα.
Ὧν εἴ σοί τι μέτεστι, κρατήσεις ὧν σε κελεύω,
Ἐξακέσας, ψυχὴν δὲ πόνων ἀπὸ τῶνδε σαώσεις.
Ἀλλ᾿ εἴργου βρωτῶν, ὧν εἴπομεν, ἔν τε καθαρμοῖς,
Ἔν τε λύσει ψυχῆς κρίνων, καὶ φράζευ ἕκαστα,
ἡνίοχον γνώμην στήσας καθύπερθεν ἀρίστην.
Ἢν δ᾿ ἀπολείψας σῶμα ἐς αἰθέρ᾿ ἐλεύθερον ἔλθης,
Ἔσσεαι ἀθάνατος θεὸς ἄμβροτος, οὐκέτι θνητός.



Μετάφραση

Πρώτα να τιμάς τους αθάνατους Θεούς, όπως νόμος ορίζει, και να σέβεσαι τον όρκο. Έπειτα τους ένδοξους ήρωες να σέβεσαι και τις χθόνιες θεότητες, πράττοντας τα νόμιμα. Να τιμάς τους γονείς σου και τους κοντινούς συγγενείς σου. Ανάμεσα στους άλλους, να κάνεις φίλο, όποιον είναι άριστος στην αρετή. Να υπακούς στα λόγια της πραότητας και στα έργα τα επωφελή. Να μην εχθρεύεσαι τον φίλο σου εξ αιτίας μικρού σφάλματος, όσο μπορείς, διότι η δύναμη κοντά στην ανάγκη κατοικεί.

Αυτά μεν έτσι να γνωρίζης, να συνηθίζης δε να κυριαρχής στα παρακάτω: Πρώτα στην κοιλιά και στον ύπνο, στην λαγνεία και στον θυμό. Ποτέ να μην πράξης κάτι αισχρό, ούτε με άλλον ούτε μόνος σου, προπαντός δε, να ντρέπεσαι τον εαυτό σου. Έπειτα να ασκής την δικαιοσύνη με έργα και με λόγια, ούτε να συνηθίζης να είσαι ασυλλόγιστος για τίποτε, αλλά να γνωρίζης, ότι είναι πεπρωμένο όλοι να πεθάνουν και τα χρήματα άλλοτε αποκτούνται κι άλλοτε χάνονται. Όσα δε βάσανα έχουν οι θνητοί, από θεϊκή τύχη, όποια κι αν είναι η μοίρα σου, να την υποφέρης χωρίς να αγανακτής, αλλά πρέπει να θεραπεύης όσα μπορείς. Τούτο δε σκέψου: δεν δίνει η μοίρα στους αγαθούς μεγάλο μέρος απ’ αυτά.

Πολλά θ’ ακούσεις να λέγονται λόγια, ευγενικά και ανάξια, για τα οποία να μην εκπλήττεσαι, ούτε να τα απορρίπτης απερίσκεπτα. Αν ψέματα για κάτι λέγεται, να είσαι πράος. Ό,τι θα σου πω, να το εκτελής απαρέγκλιτα: κανείς να μην σε πείση, ούτε με λόγια ούτε με έργα, να πράξης ή να πεις κάτι που δεν σου είναι ωφέλιμο. Να σκέπτεσαι πριν από κάθε σου έργο ώστε να μην φανείς ανόητος, ο άνθρωπος που κάνει και λέει ανόητα, άφρονας χαρακτηρίζεται. Εκείνα να εκτελής για τα οποία δεν θα μετανιώσεις μετέπειτα. Να μην κάνης τίποτε από ‘κείνα που δεν γνωρίζεις, αλλά να διδάσκεσαι όσα υπολείπεσαι και έτσι θα ζήσεις τον πιο ευχάριστο βίο.

∆εν πρέπει να αμελής την υγεία του σώματος, αλλά με μέτρο να πίνης, να τρως και να γυμνάζεσαι, ως μέτρο ονομάζω εκείνο το οποίο δεν σε καταπονεί. Να συνηθίζης να έχεις καθαρό κι άφθαρτο βίο και να φυλάγεσαι να κάνεις όσα προκαλούν τον φθόνο, ούτε να σπαταλάς άκαιρα τα καλά όπως οι αδαείς, μήτε να στερείσαι, γιατί το μέτρο είναι το άριστο σε όλα. Πράξε όμως εκείνα που δεν θα σε βλάψουν και να σκέπτεσαι πριν τα έργα. Μήτε να επιτρέπεις τον απαλό ύπνο στα μάτια σου, πριν εξετάσης τρεις φορές τις πράξεις εκείνης της ημέρας: «τι παρέβην; τι έπραξα; τι απ’ ό,τι έπρεπε δεν ολοκλήρωσα;» αρχίζοντας δε από το πρώτο να επεκτείνεσαι στα μετέπειτα, για τα ανάξια μεν που έπραξες να επιπλήττης τον εαυτό σου και για τα χρηστά ευχαριστήσου. Αυτά να προσπαθής, αυτά να μελετάς, αυτά πρέπει ν’ αγαπάς, αυτά θα σε βάλουν στα ίχνη της θεϊκής Αρετής. Ναι, μα τον παραδώσαντα στην ψυχή μας την Τετρακτύν, την πηγή της αέναης φύσεως. Άρχιζε λοιπόν το έργον προσευχόμενος στους θεούς για να το ολοκληρώσης.

Εφόσον τα τηρείς αυτά, θα γνωρίσεις την σύσταση των αθανάτων Θεών και των θνητών ανθρώπων, είτε αυτή τα διεισδύει ή παραμένει σ’ αυτά. Θα γνωρίσεις δε, αν αυτό είναι δίκαιο, ότι η φύση όλων είναι όμοια, ώστε μήτε τ’ ανέλπιστα να ελπίζης, ούτε κάτι να σου ξεφεύγη. Θα γνωρίσεις ακόμη ταλαίπωρους ανθρώπους από συμφορές που ίδιοι προκάλεσαν, οι οποίοι ενώ τα αγαθά βρίσκονται κοντά τους ούτε τα βλέπουν ούτε τ’ ακούν. Λίγοι γνωρίζουν πώς να λύσουν τα κακά. Η μοίρα αυτή τους βλάπτει το μυαλό, σαν κύλινδροι περιφέρονται εδώ κι εκεί, υποφέροντας ατελείωτες συμφορές, γιατί τους διαφεύγει ότι η Έριδα που τους είναι σύμφυτη, είναι μια ολέθρια συνοδός που τους βλάπτει, και δεν πρέπει να την προάγουν, αλλά να την αποφεύγουν.



Δία πατέρα, αναμφίβολα μπορείς ν’ απαλλάξης όλους από πολλά κακά, εάν δείξης ποιον δαίμονα έχουν μέσα τους. Αλλά να είσαι θαρραλέος, επειδή οι θνητοί είναι από θείο γένος, στους οποίους η φύση δείχνει τα ιερά, αποκαλύπτοντας αυτά. Αν εσύ συμμετέχοντας σε αυτά, κρατήσεις ό,τι σε διατάσσω, απαλλάσσοντας την ψυχή σου από τους κόπους αυτούς, θα την σώσεις. Αλλά, να απέχεις από τις τροφές που είπαμε στους Καθαρμούς και στην Λύτρωση της ψυχής, κρίνοντας και σκεπτόμενος το κάθε τι, θέτοντας ως ηνίοχο πάνω απ’ όλα την άριστη γνώμη. Όταν λοιπόν εγκαταλείψης το σώμα και έλθης στον ελεύθερον αιθέρα, θα γίνεις αθάνατος, θεός άφθαρτος, όχι πλέον θνητός.




Πηγή: