Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Μια επίσκεψη στη φιλενάδα (3ος αιώνας πχ)

Ο Θεόκριτος (Συρακούσες 315 π.χ. - 260 π.χ) ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής, πρωτοπόρος της βουκολικής ποίησης που άνθισε περίπου τον 3ο π.χ αιώνα...
Για τη ζωή του Θεόκριτου δεν διαθέτουμε πολλές πληροφορίες, ενώ όσα γνωρίζουμε προέρχονται κυρίως από το ίδιο το έργο του.


Ο Θεόκριτος αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικούς ποιητές του αρχαίου κόσμου. Με το ποιητικό του έργο, αποτέλεσε τον ιδρυτή της αποκαλούμενης και βουκολικής ποίησης. Σε αρκετά ποιήματα των Ειδυλλίων η θεματολογία βασίζεται στον ποιμενικό βίο, ενώ τα υπόλοιπα στηρίζονται σε θέματα μυθικού ή ερωτικού περιεχομένου, χωρίς να απουσιάζουν και ύμνοι ή ποιήματα επικού χαρακτήρα. Από το σύνολο του έργου του, διασώθηκαν τριάντα ποιήματα, που αργότερα συγκεντρώθηκαν κάτω από το γενικό τίτλο Ειδύλλια.
 Το παρακάτω απόσπασμα του Θεόκριτου, περιγράφει την συνάντηση δυο φιλενάδων. Τα παράπονα από την ζωή με τον σύζυγο της μίας είναι πολλά. Τον κατηγορεί και μάλιστα μπροστά στο παιδί τους. Πως αντιδρά η φίλη της; Είτε γράφτηκε τον  3ο π.χ αιώνα, είτε τώρα, εάν κάποιος δεν το γνωρίζει, δεν θα το καταλάβει. Οι συζητήσεις ανάμεσα στις φιλενάδες φαίνεται να μην έχουν αλλάξει ούτε στο ελάχιστο από τότε!


Γοργώ: Είναι μέσα η Πραξινόη;
Πραξινόη: Γοργώ, γλυκιά μου, σαν τα χιόνια! Μέσα είμαι. Πάλι καλά που ήρθες, έστω κι αργά. Ευνόη, δες για κανένα κάθισμα, βάλε και μαξιλαράκι.
Γοργώ: Καλά είναι κι έτσι.
Πραξινόη: Κάτσε.
Γοργώ: Αχ, η ταλαίπωρη ψυχούλα μου! Μόλις που τα κατάφερα να φτάσω σώα, Πραξινόη μου, μ' όλον αυτό τον κόσμο και τα άρματα - παντού αρβύλες και στρατιώτες με χλαίνες. Κι ο δρόμος πια είν' ατέλειωτος - αμ κι εσύ μένεις όλο και πιο μακριά.
Πραξινόη: Φταίει ο αναίσθητος εκείνος. Ήρθε στην άκρη του κόσμου κι αγόρασε ένα κουτούκι, όχι σπίτι, για να μην είμαστε γειτόνισσες - για να μου πάει κόντρα, το μοχθηρό τέρας, μια ζωή ο ίδιος.
Γοργώ: Μη μιλάς έτσι για τον άντρα σου, το Δίνωνα, αγάπη μου, μπροστά στο μικρούλι. Δες, καλέ, πώς σε κοιτάει! Μη σε νοιάζει, Ζωπυρίων, γλυκό μου μωρουδάκι, δεν εννοεί τον μπαμπάκα.
Πραξινόη: Ορκίζομαι πως το μωρό καταλαβαίνει!
Γοργώ: Καλός μπαμπάκας!


Γοργώ:
νδοι Πραξινόα;
Πραξινόα: Γοργ φίλα, ς χρόνω. νδοι. Θαμ' τι κα νν νθες. ρη δρίφον, Ενόα, ατ· μβαλε κα ποτίκρανον.
Γοργώ: χει κάλλιστα.
Πραξινόα: Καθίζευ.
Γοργώ:
τς λεμάτω ψυχς· μόλις μμιν σώθην, Πραξινόα, πολλ μν χλ, πολλν δε τεθρίππων· παντ κρηπιδες, παντ χλαμυδηφόροι νδρες· δ' δς τρυτος· τ δ' καστέρω αἰὲν ποικες.
Πραξινόα: Ταθ' πάραρος τνος· π' σχατα γς λαβ' νθών λεόν, οκ οκησιν, πως μ γείτονες μες λλάλαις, ποτ' ριν, φθονερν κακόν, αἰὲν μοος.
Γοργώ: Μ λέγε τν τεν νδρα, φίλα, Δίνωνα τοιατα τ μικκ παρεόντος· ρη, γύναι, ς ποθορ τυ. Θάρσει, Ζωπυρίων, γλυκερν τέκος· ο λέγει πφν.
Γοργώ: Ασθάνεται τ βρέφος, να τν πότνιαν.
Πραξινόα: Καλς πφς.

 Το ποίημα προέρχεται από την Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας του Α.-Φ. Χριστίδη (Πύλη για την Ελληνική γλώσσα)




Πηγή: