Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Πλούτωνας: Ο Βασιλιάς του Κάτω Κόσμου

Ανάμεσα στους δώδεκα θεούς του Ολύμπου συγκαταλεγόταν και ο θεός-βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο Πλούτωνας, γνωστός κυρίως ως Άδης (Αΐδης=αόρατος). Πολλές είναι οι παραδόσεις που κυριαρχούσαν στις αρχαίες ελληνικές πόλεις σχετικά με τον Κάτω Κόσμο, τους θεούς και τους δαίμονές του, μετά τον Όμηρο όμως επικράτησε ως μεγαλύτερη μορφή ο Άδης, βασιλιάς και κυρίαρχος του σιωπηλού κόσμου των νεκρών.

Ο Πλούτωνας ήταν ένας από τους τρεις γιους του Κρόνου και της Ρέας, μαζί με τον Δία και τον Ποσειδώνα. Όταν ο Δίας, βοηθούμενος απ’ τη μητέρα του, κατόρθωσε με πονηριά να ξεγελάσει τον Κρόνο και να επαναφέρει στη ζωή τα δυο του αδέλφια, που είχε καταπιεί ο Κρόνος, άνοιξε μαζί του πόλεμο. Ο Κρόνος είχε συμμάχους και βοηθούς τους Τιτάνες, ενώ ο Δίας τους Κύκλωπες. Οι Κύκλωπες εφοδίασαν τα τρία αδέλφια με ακαταμάχητα όπλα. Στον Δία έδωσαν τον κεραυνό, στον Ποσειδώνα την τρίαινα, ενώ στον Άδη την κυνή (ή κυνέα), η οποία ήταν ένα κράνος (ή σκούφια σύμφωνα με άλλους) που τον έκανε αόρατο και αποτελούσε το σύμβολο της βαθιάς νύχτας.

Το τέλος του πολέμου βρήκε νικητές τα τρία αδέλφια, που αποφάσισαν να μοιράσουν με κλήρο τον Κόσμο. Ο Δίας έλαχε να είναι ο κυρίαρχος του Ουρανού, ο Ποσειδώνας της Θάλασσας, ενώ ο Πλούτωνας του Κάτω Κόσμου. Έτσι ο Πλούτωνας βασιλεύει στο σκοτάδι του Κόσμου των Νεκρών, όπως ο Δίας είναι ο εξουσιαστής του φωτός του Επάνω Κόσμου των ζωντανών.

Κύριο σύμβολο της εξουσίας του Πλούτωνα η κυνή, η οποία σηματοδοτούσε τη βαθιά νύκτα μέσα στην οποία βασιλεύει ο θεός. Η κυνή κάνει αόρατο, όχι μόνο αυτόν, αλλά και οποιονδήποτε άλλο θεό τη φορά, όπως η Αθηνά, που χάρη σ’ αυτήν κατόρθωσε να βοηθήσει τον προστατευόμενό της Διομήδη ξεφεύγοντας από το βλέμμα του Άρη στην περίφημη ομηρική μάχη.


Ο Πλούτωνας έμενε πάντοτε κλεισμένος στον υπόγειο κόσμο του, τον οποίο σκέπαζαν ακίνητα νέφη και αιώνια ομίχλη. Ήταν μια αρκετά μεγάλη έκταση κάτω από τη γη, πέρα από τα σύνορα του ορατού κόσμου και ακόμη πέρα από τον ποταμό Ωκεανό. Υπάρχει βλάστηση στη σκοτεινή τούτη χώρα, αλλά τα φυτά της δεν ανθίζουν και δεν καρποφορούν. Απέραντες εκτάσεις ασφόδελων τη στολίζουν και τη φρουρεί μέρα νύχτα ο Κέρβερος, το τρομαχτικό σκυλί με τα τρία κεφάλια και τη φιδίσια ουρά. Όλοι γίνονται δεκτοί στον Κάτω Κόσμο, αλλά κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον τρομερό αυτόν φύλακα και να επιστρέψει στον Επάνω Κόσμο. Μόνο ο Ηρακλής, εκτελώντας τις διαταγές του Ευρυσθέα, κατόρθωσε, όχι μόνο να περάσει – ζωντανός αυτός – τις πύλες του Κάτω Κόσμου, αλλά και να επιστρέψει ξανά στον Επάνω Κόσμο μαζί με τον Κέρβερο και να τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα, πραγματοποιώντας έτσι το δωδέκατο άθλο του.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, αρκετές τέτοιες καταβάσεις ηρώων στον Κάτω Κόσμο έχουν γίνει, όχι όμως πάντα με επιτυχία. Από τις πιο γνωστές είναι αυτή του Ορφέα, που θέλοντας να επαναφέρει την αγαπημένη του Ευρυδίκη στη ζωή, δέχτηκε τον όρο που του έθεσε ο Πλούτωνας να μη γυρίσει να τη δει στο δρόμο της επιστροφής. Ο Ορφέας όμως δεν μπόρεσε να αντέξει αυτή τη δοκιμασία και έτσι η αγαπημένη του ξαναγύρισε στον Κόσμο των Νεκρών. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθου, που σκόπευαν να κλέψουν την Περσεφόνη, συντρόφισσα του Πλούτωνα και βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Στον Κάτω Κόσμο κατέβηκε και ο Οδυσσέας , όπως τον συμβούλεψε ο Ερμής, λίγο πριν αναχωρήσει από το νησί της Κίρκης, και συνομίλησε με τις ψυχές των νεκρών.

Στον Aδη οι ψυχές κατεβαίνουν από τους τρομερούς ποταμούς Αχέροντα και Κωκυτό και από τις λίμνες Αχερουσία και Στύγα. Οι ποταμοί αυτοί βρίσκονται στα σύνορα των δύο κόσμων και περιβάλλονται από ομίχλη. Ο Κωκυτός τοποθετείται στα βουνά της Αρκαδίας και ο Αχέροντας βρίσκεται στη Θεσπρωτία και σχηματίζει, λίγο πριν φτάσει στο Ιόνιο πέλαγος, τη λίμνη Αχερουσία.Στους ποταμούς αυτούς η φαντασία των αρχαίων Ελλήνων έστησε το σκηνικό για το ταξίδι της αναχώρησης για τον κόσμο των νεκρών. Ακοίμητος οδηγός περιμένει στην όχθη ο Χάροντας, τραχύς και σκυθρωπός, για να μεταφέρει με τη βάρκα του, μέσα στην ομίχλη και το βούρκο των ποταμών, τις ψυχές στην αντίπερα όχθη, παίρνοντας ως αμοιβή τον οβολό που οι ζωντανοί έβαζαν στο στόμα των νεκρών για να πληρώσουν τα πορθμεία της μετάβασης στον άλλο κόσμο.

Στον Άδη κατοικούν και οι Κήρες, μαύρες θεότητες, δαίμονες του θανάτου και κόρες της Νύχτας που συνήθως τριγυρνούν στα πεδία των μαχών και δίνουν το τελειωτικό χτύπημα στους πληγωμένους και ετοιμοθάνατους πολεμιστές.

Στον Κάτω Κόσμο οι ψυχές δικάζονται από το μεγάλο κριτή, τον Άδη, και τους τρεις δίκαιους μυθικούς ηγεμόνες, τον Μίνωα, τον Ραθάμανθη και τον Αιακός. Ανάλογα λοιπόν με την κρίση του δικαστηρίου, οι δίκαιοι οδηγούνται στα Ηλύσια Πεδία ή στα νησιά των Μακάρων και οι άδικοι στα Τάρταρα, που βρίσκονται στα βάθη της γης και αποτελούν τον τόπο του μαρτυρίου των ενόχων. Το όνομα της Περσεφόνης συνδέεται με τη μοναδική έξοδο του Πλούτωνα από το σκοτεινό του βασίλειο, όταν γοητευμένος από την ομορφιά της και με τη συγκατάθεση του Δία, αποφάσισε να την απαγάγει από τον Επάνω Κόσμο.

Η εμφάνισή του στο φως ήταν στιγμιαία, μια και δεν είχε να κάνει τίποτε πάνω στη γη στο φως του ήλιου. Η Περσεφόνη, κόρη της αδερφής του Δήμητρας, αντέδρασε, αλλά κανείς δεν άκουσε τις απεγνωσμένες κραυγές της. Έτσι ο Πλούτωνας την εγκατέστησε στο βασίλειό του και προσφέροντάς της κρυφά σπυριά ροδιού την έκανε να ξεχνά τον Επάνω Κόσμο και να μένει κοντά του. Η μητέρα της Περσεφόνης, η Δήμητρα, που δεν ήξερε την τύχη της κόρης της, περιπλανιόταν εννιά ολόκληρες μέρες και νύχτες χωρίς τροφή γυρεύοντας τα ίχνη της πάνω στη γη. Όταν έμαθε για την απαγωγή της από τον Πλούτωνα, ζήτησε από τον Δία να μεσολαβήσει και πέτυχε να παραμένει η Περσεφόνη μόνο τέσσερις μήνες στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου, ενώ τους υπόλοιπους οκτώ με τους θεούς του Επάνω Κόσμου και τους ανθρώπους.

Έτσι η Περσεφόνη φαίνεται να μοιράζει τη φροντίδα της τόσο στον κόσμο των νεκρών όσο και στον κόσμο των ζωντανών. Ακριβώς σ’ αυτό το γεγονός στηρίζουν και οι αρχαίοι Έλληνες την ύπαρξη και το διαχωρισμό των εποχών του έτους, πιστεύοντας ότι η ψυχική κατάσταση της θεάς Δήμητρας, θεάς της γονιμότητας γης και ανθρώπων, επηρέαζε την καρποφορία, την ευγονία και την ευτοκία.

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει τον Πλούτωνα «πολυώνυμο», μια και απέφευγαν γενικά οι άνθρωποι να αναφέρονται σ’ αυτόν με το πραγματικό του όνομα, που ήταν Άδης. Ακόμη και αυτό το όνομα Πλούτωνας (Πλούτων=πλούσιος ή αυτός που προσφέρει πλούτη) χρησιμοποιείται κατ’ ευφημισμό, επειδή όλα τα πλούτη προέρχονται από τα βάθη της γης. Άλλο επίσης γνωστό όνομα για το θεό του Κάτω Κόσμου είναι το Ζαγρεύς, που σημαίνει μεγάλος κυνηγός, και το οποίο χρησιμοποιούσαν κυρίως οι ορφικοί, γιατί τον θεωρούσαν μια άλλη υπόσταση του Διόνυσου. Αποκαλούνταν επίσης Πολυδέγμων ή Πολυδέκτης, γιατί δεχόταν στην επικράτειά του όλους τους ανθρώπους που πέθαιναν.

Με το βασίλειο του Άδη αλλά και τον ίδιο το βασιλιά του ασχολήθηκαν από την αρχαιότητα ακόμη τόσο η λογοτεχνία όσο και η ζωγραφική. Ο κλεισμένος αιωνίως στα σκοτεινά παλάτια του θεός παριστάνεται τερατώδης, άγριος, κακότροπος και αλύγιστος σε κάθε ικεσία.





Πηγή:
ellinikoarxeio.com