Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Τροφώνιο μαντείο!

Το υπόγειο Τροφώνιο Μαντείο, οι πηγές της Λήθης και της Μνημοσύνης, τα νερά του Έρκυνα ποταμού, ο Έλγιν και τα ρολόγια του. Στην Λιβαδειά, την πόλη-είσοδο στα "καζάνια του Άδη"

Το όνομα Λιβαδειά σχετίζεται με τη παγανιστική, χθόνια και μυστηριακή μαγεία. Η περιοχή αναφερόταν ως Λεβάδις, από το λέβις (λέβητας, καζάνι) και Άδης, δηλαδή η Λιβαδειά εθεωρείτο "το καζάνι του Άδη" δηλαδή η είσοδος προς την κόλαση επειδή εκεί οι άνθρωποι έμπαιναν σε πειρασμό να αμαρτήσουν αναβιώνοντας τα αρχαία παγανιστικά μυστήρια λόγω της ύπαρξης του Τροφωνίου Μαντείου-Άντρου.


Το Τροφώνιο μαντείο βρίσκεται στις παρυφές της Λειβαδιάς στις πηγές της Έρκυνας (ο ποταμός που διασχίζει την Λιβαδειά). Ίσως είναι το μοναδικό "αυτόφωνο" μαντείο (o χρηστηριαζόμενος μπορούσε δηλαδή να ακούσει ο ίδιος την φωνή του θεού να ομιλεί, χωρίς να είναι σε κατάσταση ύπνωσης, ή μπορούσε ακόμη να δει φοβερά οράματα, όντας σε πλήρη εγρήγορση). Και βέβαια, στο μαντείο που έφτιαξε ο μυθικός αρχιτέκτων Τροφώνιος (μαζί με τον αδελφό του, Αγαμήδη) δεν υπήρχε επίσης Μάντης…







Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι  όποιος εισερχόταν στο Τροφώνιο  μαντείο, έχανε για λίγο καιρό τον εαυτόν του και πάθαινε κατάθλιψη. Από εδώ προέρχεται η φράση "εκ του Τροφωνίου μεμάντευται", που αναφέρεται στους λυπημένους και μελαγχολικούς ανθρώπους…
Άλλη ιδιαιτερότητα του μαντείου αποτελεί το γεγονός, ότι ήταν υπόγειο και σπηλαιώδες, κάτι που δεν συνηθιζόταν στην Ελλάδα μετά την επικράτηση των Ολύμπιων Θεών. Παλαιότερα, όταν η θεά Γαία (Ρέα) Γη ήταν σημαντικότερη των θεών, τα σπηλαιώδη μαντεία ήταν ο κανόνας, είτε αυτά λειτουργούσαν ως Νυμφαία είτε ως Εγκοιμητήρια.
Ο χρηστηριαζόμενος την νύχτα, πριν την κάθοδο στον λεγόμενο "Λάκο του Αγαμήδη", έπινε νερό από τις δύο πηγές που ήταν δίπλα στην υπόγεια είσοδο του μαντείου. Της Λήθης, για να ξεχάσει το κακό και βαρύ παρελθόν του και της Μνημοσύνης, για να θυμάται ό,τι δει και ακούσει στο Μαντείο…










"Κατήλθε στην κρύπτη του Τροφώνιου, αφού πρώτα τέλεσε όλες τις τελετουργίες που συνηθίζοντας στο μαντείο. Έμεινε κάτω από το έδαφος για δύο νύχτες και μία μέρα, οι περισσότεροι είχαν ήδη αφήσει κάθε ελπίδα να τον ξαναδούν, και η οικογένεια του τον θρηνούσε για νεκρό, όταν το πρωί εκείνος βγήκε έξω με λαμπερό παρουσιαστικό. Λάτρευσε τον θεό, και, αμέσως μόλις ξεγλίστρησε από το πλήθος, άρχισε να μας διηγείται τα πολλά θαύματα που είδε και άκουσε εκεί μέσα".
Πλούταρχος, Περί του Σωκράτους δαιμόνιο






Το μόνο που υπενθυμίζει στον σημερινό επισκέπτη ότι ο τόπος ήταν κάποτε ιερός, είναι οι κόγχες που υπάρχουν δίπλα στις πηγές της Έρκυνας.
Ο χώρος του ίδιου του μαντείου δεν έχει βρεθεί. Ο Παυσανίας λέει πως το μαντείο ήταν "υπεράνω του όρους" και αυτή η πληροφορία σε συνδυασμό με την παρουσία ενός διώροφου βυζαντινού ναού που έχει κτισθεί στην κορυφή του λόφου, άνωθεν των πηγών, μας οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι κάπου στα θεμέλια της εκκλησίας ίσως να υπάρχει η είσοδος προς το Άδυτο…
Η συγκεκριμένη εκκλησία έχει την εξής ιδιαιτερότητα: υπάρχει ο ισόγειος ναός της Αγ. Σοφίας και από κάτω ο υπόγειος ναός της Αγίας Βαρβάρας. Οι διαστάσεις του υπογείου ναού έχουν ακριβώς τις διαστάσεις του λάκκου του Αγαμήδη που περιγράφει ο Παυσανίας...


Από εκεί πιθανώς να αρχίζει η οπή, που οδηγεί στο υπόγειο σπήλαιο-μαντείο…

Πράγματι, σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από την εκκλησία το έδαφος κατηφορίζει με μεγάλη κλίση, κάτι που ίσως υποδηλοί την θέση που υπήρχε το υπόγειο μαντείο. Προφανώς, στην εποχή της εγκαθίδρυσης της ορθόδοξης θρησκείας ο χώρος είχε πλήρως καταστραφεί, ώστε να μη μείνει τίποτα από το ιερό σπήλαιο.

Ο Πύργος του Ρολογιού
Ο λόρδος Έλγιν, τελικά, χάριζε παντού, ρολόγια. Όταν έκλεβε τα γλυπτά του Παρθενώνα, χάριζε στου Αθηναίους ρολόι. Μεγάλο και κρουστικό. Το ίδιο πήγε να κάνει (και έκανε) και στην Λιβαδειά, όταν θέλοντας να εξευμενίσει τους ντόπιους κοτζαμπάσηδες και αγάδες προκειμένου να μην τον ενοχλήσουν καθώς θα έψαχνε για το μαντείο του Τροφωνίου, χάρισε το 1803 στην πόλη ένα …ρολογάκι. Αυτό τοποθετήθηκε στον φραγκικό πύργο που υπήρχε στην περιοχή λόγω της περίοπτης θέσης του. ..






Κείμενο, φωτογραφίες: dimdom για το Εν Αθήναις
Βιβλιογραφία-πηγές:


Ιστορικές αναφορές
"Το σπήλαιο στη Λιβαδειά είναι αφιερωμένο στον Τροφώνιο, τον γιο του Απόλλωνα, και εκεί μπορούν να εισέλθουν μόνο όσοι μείνουν εκεί για να πάρουν χρησμό, και το μαντείο δεν είναι ορατό από τον ναό, αλλά στέκει λίγο πιο πάνω απ' αυτόν, στον λόφο, και είναι κλεισμένο από σιδερένια κάγκελα που το περικυκλώνουν. Για να κατέβεις σε αυτό, πρέπει να καθίσει κάτω και να τραβηχτείς απότομα εκεί μέσα. Εκείνοι που εισέρχονται εκεί, είναι ντυμένοι με λευκά ρούχα και κρατούν μελόπιτες στα χέρια τους, για να εξευμενίσουν τα ερπετά που συναντούν κατά την κάθοδο τους…"
 Φιλόστρατος

"Στο μαντείο γίνονται τα εξής: όταν κάποιος αποφασίσει να κατεβεί στον Τροφώνιο, πρώτα ζει καθορισμένες ημέρες σε οίκημα, το οποίο είναι αφιερωμένο στον αγαθό Δαίμονα και στην αγαθή Τύχη. Όσο ζει εκεί, και κατά τα άλλα μένει καθαρός και απέχει από θερμά λουτρά, λούζεται στον ποταμό Έρκυνα. Κρέατα έχει άφθονα από τις θυσίες, γιατί όποιος κατεβαίνει θυσιάζει και στον ίδιο τον Τροφώνιο, στα παιδιά του, καθώς και στον Απόλλωνα, στον Κρόνο, στον επονομαζόμενο Βασιλιά Δία, στην Ηνίοχη Ήρα και στη Δήμητρα, που την ονομάζουν Ευρώπη και λένε πως ήταν η τροφός του Τροφωνίου. Σε κάθε θυσία παρευρίσκεται μάντης, που εξετάζει τα σπλάχνα του σφαγίου και προλέγει σ' εκείνον που πρόκειται να κατέβει, αν ο Τροφώνιος θα τον δεχθεί με ευμένεια και καλοσύνη… Τη νύχτα που πρόκειται να κατέβει κανείς, θυσιάζουν σε βόθρο επικαλούμενοι τον Αγαμήδη. Αν όλα τα σφάγια είναι ευνοϊκά και δείξουν όλα το ίδιο, τότε καθένας κατεβαίνει με καλές ελπίδες. Κάποιος, κατεβαίνει ως εξής:

Τον οδηγούν πρώτα τη νύχτα στον ποταμό Έρκυνα, ιόν αλείφουν με λάδι και τον λούζουν δύο παιδιά των πολιτών, δεκατριών περίπου χρονών, που επονομάζονται Ερμές. Αυτά πλένουν όποιον θα κατέβει και τον βοηθούν σε ό,τι χρειάζεται. Κατόπιν οδηγείται τους ιερείς όχι αμέσως στο μαντείο, αλλά σε πηγές νερού που είναι πολύ κοντά η μία στην άλλη.
Εδώ αυτός πρέπει να πιει το λεγόμενο Νερό της Λήθης, για να λησμονήσει όλα όσα σκεφτόταν προηγουμένως, έπειτα να πιει και το άλλο Λερό της Μνημοσύνης για να θυμάται όσο θα δει όταν κατέβει. Βλέπει το άγαλμα, πού λένε ότι είναι έργο του Δαιδάλου, που οι ιερείς δεν το παρουσιάζουν παρά μόνο σ' όσους πρόκειται να πάνε στον Τροφώνιο. Αφού δει το άγαλμα αυτό και το λατρεύσει και προσευχηθεί, έρχεται προς το μαντείο φορώντας λινό χιτώνα, ζωσμένο με ταινίες και φορώντας ντόπια υποδήματα.
Το μαντείο είναι στο βουνό, πάνω από το άλσος. Περιβάλλεται από κυκλικό κρηπίδωμα από λευκό μάρμαρο, η περιφέρεια του είναι όσο ένα μικρό αλώνι και το ύψος του λιγότερο από δύο πήχεις. Πάνω στο κρηπίδωμα είναι στημένοι πάσσαλοι, χάλκινοι και αυτοί και οι ζώνες που τους συνδέουν, και διαμέσου αυτών υπάρχει πόρτα. Μέσα στον περίβολο υπάρχει άνοιγμα γης, όχι φυσικό, αλλά χτισμένο με μεγάλη τέχνη και αρμονία. Το οικοδόμημα αυτό έχει σχήμα φούρνου… Για να κατέβει κανείς στο βάθος δεν έχει χτιστή σκάλα, αλλά όταν κανείς έρχεται στον Τροφώνιο του φέρνουν μια σκάλα στενή κι ελαφριά. Στο βάθος υπάρχει τρύπα ανάμεσα στο δάπεδο και στο οικοδόμημα… "Αυτός λοιπόν που κατεβαίνει, ξαπλώνει ανάσκελα στο έδαφος κρατώντας γλυκά ζυμωμένα με μέλι (μελόπιτες) και βάζει πρώτα μέσα στην τρύπα τα πόδια του για να μπει μετά και ο ίδιος. Αν τα γόνατα του βρεθούν μέσα στην τρύπα, το υπόλοιπο σώμα τραβιέται αμέσως ακολουθώντας τα γόνατα, όπως ο μεγαλύτερος και γρηγορότερος ποταμός μπορεί να ρουφήξει τον άνθρωπο που τον άρπαξε με τη δίνη του.
Έπειτα, για όσους βρεθούν στο άδυτο, δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος για να μάθουν το μέλλον, αλλά άλλος βλέπει και άλλος ακούει. Όσοι κατεβαίνουν γυρίζουν πίσω από το ίδιο στόμιο, και βγάζοντας πρώτα τα πόδια, ξεβράζονται έξω.
Λένε πως κανένας απ' όσους κατέβηκαν δεν πέθανε, εκτός από κάποιον δορυφόρο του Δημητρίου. Αυτός δεν έκανε όσα προβλέπουν οι κανονισμοί του ιερού, ούτε κατέβηκε για μαντεία, αλλά πήγε με την ελπίδα να πάρει ασήμι και χρυσάφι από το άδυτο. Λέγεται ότι το πτώμα του φάνηκε σε άλλο μέρος και δεν βγήκε από το ιερό στόμιο. Λένε κι άλλα για τον άνθρωπο αυτόν, αλλά ανέφερα τα πιο αξιόλογα.
Όποιον ανεβαίνει από τον Τροφώνιο τον παίρνουν πάλι οι ιερείς και τον καθίζουν στον λεγόμενο θρόνο της Μνημοσύνης, που βρίσκεται κοντά στο άδυτο. Αφού καθίσει τον ρωτούν για όσα είδε και έμαθε, και αφού τα πληροφορηθούν τον παραδίδουν στους δικούς του, που τον παίρνουν και τον μεταφέρουν στο οίκημα όπου έμενε προηγουμένως, κοντά στην αγαθή Τύχη και στον αγαθό Δαίμονα, ενώ αυτός έχει χάσει το γέλιο του και κατέχεται ακόμη από μεγάλο φόβο και δεν γνωρίζει ούτε τον εαυτό του ούτε τους γύρω του. Αργότερα όμως, ανακτά και άλλα και τη φρόνηση στον βάθρο που την είχε και πριν, και επανέρχεται το γέλιο του.
Γράφω αυτά, όχι επειδή τα άκουσα, αλλά και άλλους είδα και εγώ ο ίδιος έκανα χρήση του Τροφωνίου. Όσοι κατεβαίνουν στο Τροφώνιο είναι ανάγκη να αφιερώσουν, γραμμένα σε πινακίδα, όσα άκουσε ή είδε ο καθένας…"


 Παυσανίας



Πηγή: