Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Το παγκράτιο και ο παγκρατιαστής Ολυμπιονίκης Πολυδάμας ο Θεσσαλός

Το Παγκράτιο, αγώνισμα που συνδύαζε την πάλη και την πυγμαχία χωρίς ιμάντες, εισήχθη στους Ολυμπιακούς αγώνες κατά την 33η Ολυμπιάδα (648 π.Χ.). Ήταν θεαματικό και δημοφιλές αλλά και επικίνδυνο αγώνισμα αφού είχε ως αποτέλεσμα πολλές φορές ως και το θάνατο του ενός από τους αντιπάλους. Για αυτό το λόγο στους Ολυμπιακούς αγώνες μετά το 200 π.Χ. εισάγεται και ένας λιγότερο βίαιος διαγωνισμός το "Παγκράτιο παίδων" για τα νέα αγόρια.

Λεπτομέρεια από σκηνή παγκρατίου πάνω σε Αττικό ερυθρόμορφο κύλικα, αγγείο του 490-80 π.Χ. Ο παγκρατιαστής στα δεξιά προσπαθεί να βγάλει τα μάτια του αντιπάλου του. Ο διαιτητής είναι έτοιμος να τον χτυπήσει για αυτό το φάουλ

Το Παγκράτιο που οι αθλητές του ονομάζονταν παγκρατιαστές συνδύαζε το χτύπημα και τη λαβή. Κοινές τεχνικές ήταν αυτές που σήμερα θα μεταφράζονταν σαν λαβές εξάρθρωσης σημείων όπως του αυχένα, ώμου, κλπ. Τα λακτίσματα και η χρησιμοποίηση των πυγμών ήταν η μέθοδος επίθεσης, που στηριζόταν σε μεγάλο ποσοστό στη δύναμη. Για αυτό το λόγο, το Παγκράτιο ήταν υπόθεση των βαρύτερων και πιο δυνατών αθλητών. Στην πραγματικότητα υπήρχαν μόνο τρεις κανόνες:
Οι αγωνιζόμενοι δεν είχαν το δικαίωμα να βγάλουν ο ένας τα μάτια του άλλου, να δαγκώσουν ο ένας τον άλλον ή να τον χτυπήσουν στην ευαίσθητη περιοχή του.

Υπήρχαν δύο είδη παγκρατίου:
  • Το ένα διεξαγόταν σε όρθια στάση και ήταν λιγότερο επικίνδυνο, ονομαζόταν δε «Άνω ή ορθοστάδην παγκράτιο».
  • Στο άλλο συνεχιζόταν ο αγώνας και μετά την πτώση ενός από τους αντιπάλους, ο οποίος κατόπιν τούτου ήταν ευάλωτος σε κτυπήματα του αντιπάλου. Το είδος αυτό ονομαζόταν «Κάτω παγκράτιο ή αλίνδηση».


Το παγκράτιο ήταν σκληρό αγώνισμα. Οι παγκρατιστές Κρεύγας ο Επιδάμνιος, και ο Συρακούσιος Δαμόξενος, συμφώνησαν μετά από πολύωρη πάλη χωρίς νικητή, να χτυπήσει ο ένας τον άλλο, που θα παρέμενε όρθιος και ακίνητος. Ο Κρεύγας χτύπησε τον Δαμόξενο στο κεφάλι, χωρίς επικίνδυνες συνέπειες. Ο Δαμόξενος, χτύπησε τον Κρεύγα στο πλευρό με τεντωμένα δάχτυλα, διαπέρασε τα σπλάχνα, και τα ξερίζωσε με τα χέρια του. Ο Κρεύγας ξεψύχησε αμέσως (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις).
Η μυθολογία θέλει το άθλημα να έχει εφευρεθεί από τους ήρωες Θησέα και Ηρακλή σαν αποτέλεσμα της χρήσης τόσο της πάλης όσο και της πυγμαχίας στις συγκρούσεις με τους αντιπάλους τους. Λένε πως ο Θησέας χρησιμοποίησε τις δεξιότητές του στο παγκράτιο για να νικήσει τον Μινώταυρο μέσα στο Λαβύρινθο, και πως ο Ηρακλής κατέβαλε με το παγκράτιο το λιοντάρι της Νεμέας.
Διάσημοι αρχαίοι παγκρατιαστές ήταν ο Θεαγένης ο Θάσιος, ο Λύγδαμης ο Συρακούσιος, ο Δωριεύς ο Ρόδιος, ο Σώστρατος ο Σικυώνιος και ο Πολυδάμας από τη Σκοτούσσα.

Ο Ολυμπιονίκης και ήρωας Πολυδάμας


Ο Πολυδάμας ήταν αρχαίος αθλητής από τη Σκοτούσσα πόλη της Θεσσαλίας που είχε ιδρυθεί από τους Προέλληνες Πελασγούς στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα ανάμεσα στις Φέρες και τα Φάρσαλα.
Διακρίθηκε και έγινε Ολυμπιονίκης στην 93η Ολυμπιάδα (408 π.Χ.). Φημιζόταν για τη δύναμη του, ενώ κατά τον Παυσανία, ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνθρωπος που έζησε ποτέ.
Η φήμη του δεν οφειλόταν μόνο στην νίκη του στο Παγκράτιο. Ο Παυσανίας στα Ηλιακά του αναφέρει διάφορα κατορθώματα του και πως για αυτά ωθούνταν από τη φιλοδοξία να ανταγωνιστεί τους άθλους του Ηρακλή.
Στο Όλυμπο τότε υπήρχαν λιοντάρια. Εκεί τελείως ξαρμάτωτος ο Πολυδάμας σκότωσε ένα δυνατό τεράστιο άγριο λιοντάρι. Οδηγήθηκε σε αυτή την περιπέτεια θέλοντας να μιμηθεί τον Ηρακλή που σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας.
Επίσης μπήκε σε ένα κοπάδι βοδιών, άρπαξε τον αγριότερο και μεγαλύτερο ταύρο από τα πίσω πόδια, και τον κρατούσε από τις οπλές, οι οποίες του έμειναν στα χέρια όταν το ζώο διέφυγε. Μπορεί κανείς να φανταστεί αυτό το απίθανο σκηνικό; Από τη μία πλευρά το ισχυρό θηρίο προσπαθεί να ελευθερώσει το πόδι του από τα χέρια του αθλητή και από την άλλη, ο αθλητής με τα πόδια να είναι σαν φυτεμένα στο έδαφος κρατώντας ψηλά τον έξαλλο ταύρο, ατάραχος, μέχρι να μείνει με τις οπλές στα χέρια. Μπορείτε να αμφιβάλλετε πως τέτοια δύναμη δεν έρχεται κατ' ευθείαν από τους θεούς;


Μια άλλη φορά έπιασε με το ένα του χέρι ένα άρμα που έτρεχε πολύ γρήγορα και το σταμάτησε.
Η φήμη του εξ αιτίας αυτών των κατορθωμάτων έφτασε πολύ μακριά. Όταν έγινε βασιλιάς των Περσών ο Δαρείος ο Β' (423-405 π.Χ.) έστειλε αγγελιοφόρους στον Πολυδάμαντα γιατί ήξερε για τα θαυμάσια έργα του, και τον έπεισε με υποσχέσεις δώρων, να έρθει για να τον δει στην πρωτεύουσά του τα Σούσα. Εκεί ο Πολυδάμας προκάλεσε τρεις από τους Αθανάτους που ανήκαν σε μια εκλεκτή ομάδα του στρατού. Το όνομά τους το είχαν πάρει γιατί πάντα έμεναν σαν μια δύναμη 10.000 δυνατών ανδρών και αν κάποιος σκοτωνόταν ή πέθαινε κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του και δεν ήταν ποτέ λιγότεροι ή περισσότεροι από αυτόν τον αριθμό. Ο Πολυδάμας δεν δίστασε και πάλεψε μπροστά στο Δαρείο και με τους τρεις. Αυτοί ήρθαν να αγωνιστούν με τη μακριά πανοπλία τους και εξοπλισμένοι με το σπαθί τους ενώ ο Πολυδάμας είχε μόνο το ρόπαλο στο χέρι του. Τους σκότωσε και τους τρείς.
Για όλα αυτά τα κατορθώματα, έμαθε ο Παυσανίας, στην Ολυμπία όπου υπήρχε πάνω σε υψηλό βάθρο ανδριάντας του Πολυδάμαντα, έργο του μεγάλου γλύπτη Λυσσίπου. Το άγαλμα πιστεύεται πως στεκόταν στα βορειοδυτικά του επιβλητικού ναού του Διός και στην πραγματικότητα ανάμεσα στο ναό και τη στοά της Ηχούς. Σήμερα σώζονται δύο τμήματα του βάθρου, στις τρεις πλευρές των οποίων διακρίνονται, ανάγλυφες παραστάσεις από την πάλη του ήρωα στην αυλή του Δαρείου και από την τιθάσευση του λιονταριού στις παρυφές του Ολύμπου.
Κατά τον Παυσανία: Αυτός ο άνδρας ο Πολυδάμας ο γιός του Νικία από την Σκοτούσσα, ήταν το μεγαλύτερο και το ψηλότερο από όλα τα ανθρώπινα όντα -εκτός από τους ήρωες όπως ονομάζονται- και από οιαδήποτε φυλή θνητών που προϋπήρξε της ηρωικής εποχής, ήταν ο μεγαλύτερος και ο ψηλότερος.


Κατά τον Παυσανία πάλι: Οι Πελλήνιοι κάτοικοι της πόλης Πελλήνη που στην αρχαιότητα ανήκε στην Αχαΐα, υποστήριζαν πως μετά το Περσικό τόλμημα ο Πολυδάμας επέστρεψε στην Ολυμπία για να λάβει μέρος στους αγώνες και ότι ο συμπατριώτης τους Πρόμαχος τον νίκησε στο Παγκράτιο. Ο Πρόμαχος ήταν ένας φημισμένος αθλητής που είχε κερδίσει στην Ολυμπία, στα Ίσθμια και στα Νέμεα. Αλλά οι Θεσσαλοί δεν το αποδέχτηκαν και απάντησαν με μια επιγραφή που συμπληρώνει το ανάγλυφο του βάθρου του αγάλματος του διάσημου αθλητή τους:
«Ω, Σκοτούσσα, εσύ που ανέθρεψες τον αήττητο Πολυδάμαντα».

Το τέλος του ήρωα ήταν πολύ τραγικό σαν και αυτό του Μίλωνα του Κροτωνιάτη.
Όπως πολλοί άλλοι αρχαίοι άνδρες, που ήταν υπερήφανοι για την σωματική τους ευρωστία, έτσι και ο Πολυδάμας επρόκειτο να καταστραφεί από τη δύναμή του. Πήγε σε μια σπηλιά κατά τη θερινή περίοδο με τους συντρόφους του, βρίσκοντας καταφύγιο από τη μεγάλη ζέστη. Από κάποια κακή πρόνοια η οροφή του σπηλαίου άρχισε να καταρρέει. Όταν συνειδητοποίησαν τι συνέβαινε οι σύντροφοι του έτρεξαν έξω. Όμως ο Πολυδάμας πιστεύοντας πως η τεράστια δύναμή του θα μπορούσε να αποτρέψει την κατάρρευση του σπηλαίου, με τα χέρια του προσπάθησε να στηρίξει την οροφή, ενώ τα βράχια συντριβόταν γύρω του. Η μεγάλη του δύναμη ήταν η καταστροφή του, γιατί συντρίφτηκε από τους τεράστιους βράχους και σε αυτό το σκοτεινό σπήλαιο ο περίφημος Πολυδάμας, που είχε στεφθεί τρεις φορές στους Αγώνες, συνάντησε το θάνατό του.
Όπως έγραψε ο Διόδωρος ο Σικελιώτης: Ο θάνατος του Πολυδάμαντα κατέστησε σαφές σε όλους τους ανθρώπους πόσο επισφαλές είναι να έχουν μεγάλη δύναμη, αλλά λίγη επίγνωση.

Στοιχεία από:

Pangration Wiki
Legends of Olympia by Cleanthis Paleologos




Πηγή:
palema.gr