Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Έρευνα: Το Ίδρυμα Rockfeller ο κύριος χρηματοδότης της προπαγάνδας και του ψυχολογικού πολέμου

Το pentapostagma.gr σας παρουσιάζει μία έρευνα σε τέσσερα μέρη, η οποία αποδεικνύει τον ρόλο του Ιδρύματος Rockfeller στις επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου αλλά και στις τεχνικές διαμόρφωσης της κοινής γνώμης κατά τη διάρκεια των 15 σχεδόν από τα πλέον «ταραγμένα» έτη στην παγκόσμια ιστορία:

Το Ίδρυμα Rockfeller αποτέλεσε την κύρια πηγή χρηματοδότησης ερευνών κοινής γνώμης και ψυχολογικού πολέμου στην περίοδο μεταξύ των ύστερων ετών της δεκαετίας του 1930 και του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εν μέσω του περιορισμένου κυβερνητικού και επιχειρηματικού ενδιαφέροντος αλλά και υποστήριξης για μελέτες που σχετίζονταν άμεσα με την προπαγάνδα, τα μεγαλύτερα ποσά χρηματοδότησης για τέτοιου τύπου έρευνες προέρχονταν από αυτήν την πανίσχυρη οργάνωση η οποία αναγνώρισε την σημαντικότητα του επηρεασμού και της καθοδήγησης της κοινής γνώμης στα άμεσα προπολεμικά χρόνια που ακολούθησαν.



Η «φιλανθρωπική» εστίαση του ιδρύματος Rockfeller προς την κοινή γνώμη είχε διττή αιτιολογία: 1) να ανατρέξει προς το – αλλά και να διαμορφώσει – το ψυχολογικό περιβάλλον στις Η.Π.Α για την αναμενόμενη εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στον επερχόμενο παγκόσμιο πόλεμο και 2) να κηρύξει ψυχολογικό πόλεμο αλλά και να καταπιέσει την λαϊκή δυσαρέσκεια στις χώρες του εξωτερικού, ειδικότερα στην Λατινική Αμερική. Το Ίδρυμα Rockfeller αναγνώρισε ότι η Διοίκηση του Franklin Roosevelt δεν διέθετε την απαραίτητη πολιτική ισχύ καθώς και την απαιτούμενη ικανότητα πολεμικού σχεδιασμού σε όρους ενεργειών εσωτερικής και εξωτερικής προπαγάνδας, και έτσι τα projects που χρηματοδοτούνταν από το Ίδρυμα καθώς και τα σχετικά ερευνητικά ινστιτούτα ιδρύθηκαν στο Πανεπιστήμιο Princeton, στο Πανεπιστήμιο Stanford, και στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών με στόχο να παρακολουθηθούν και να αναλυθούν οι σύντομες ραδιοφωνικές εκπομπές των χωρών του εξωτερικού.

Οι ιδρυτικές φιγούρες της έρευνας της μαζικής επικοινωνίας δεν θα είχαν καταφέρει να καθιερώσουν το επιστημονικό τους πεδίο δίχως την αθρόα χρηματοδότηση των Rockfellers. Σε συνεργασία με τον Harold Lasswell, μέγα προπαγανδιστή κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και πολιτικό επιστήμονα του Πανεπιστημίου του Σικάγου, ο ψυχολόγος Hadley Cantril αποτέλεσε τον κυριότερο αρωγό στην οικοδόμηση γνώσης και πληροφοριών που εκτόξευσε την ισχύ και την επιρροή του Ιδρύματος Rockfeller, των επιχειρήσεων του Ιδρύματος αλλά και της μεταπολεμικής Αμερικανικής αυτοκρατορίας. Καθόλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Cantril παρείχε προς τους Rockfellers σημαντικές πληροφορίες και νέες τεχνικές για την μέτρηση και την διαχείριση της κοινής γνώμης στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

O Cantril ήταν συγκάτοικος του Nelson Rockefeller στο Κολλέγιο Dartmouth στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Ο Cantril έλαβε δίπλωμα διδάκτορα ψυχολογίας στο Harvard, όντας ένας από τους συγγραφείς του βιβλίου The Psychology of Radio μαζί με τον επιβλέποντα και μέντορα του Gordon Allport το 1935. “Το Ράδιο αποτελεί ένα ολότελα καινοτόμο μέσο επικοινωνίας,” παρατήρησαν τότε οι Cantril και Allport, “ένα εξέχον μέσο κοινωνικού ελέγχου και ένα μέσο κεφαλαιώδους επιρροής για τους πνευματικούς ορίζοντες των ανδρών.” {συνεχίζεται στο Β’ μέρος}

Στο Α’ Μέρος της έρευνας που σας παρουσιάζει το pentapostagma.gr παρατέθηκαν στοιχεία που δείχνουν την στενή διασύνδεση του Nelson Rockefeller με πρωτεργάτεςστο πεδίο της προπαγάνδας και της ψυχολογικής διαχείρισης των μαζών όπως ο Hadley Cantril, κατά την χρονική περίοδο μεταξύ των τελών της δεκαετίας του 1930 έως και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το βιβλίο The Psychology of Radio που συνέγραψε ο Cantril μαζί με τον επιβλέποντα και μέντορα του Gordon Allport το 1935, κέντρισε το ενδιαφέρον του διευθυντή του Τμήματος Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ιδρύματος Rockfeller John Marshall, ο οποίος έλαβε το «ελεύθερο» από το πανίσχυρο Ίδρυμα να εστιάσει ολοένα και περισσότερο στον εκπαιδευτικό προγραμματισμό και στην χρηματοδότηση ερευνητικών υποτροφιών στα ραδιοφωνικά δίκτυα CBS και NBC.

Ο Marshall ενθάρρυνε τον «φιλόδοξο» Cantril να υποβάλλει αίτηση οικονομικής ενίσχυσης προς το Ίδρυμα Rockefeller. Η αίτηση του Cantril εγκρίθηκε και ως αποτέλεσμα του χορηγήθηκε υποτροφία ύψους 67.000 δολαρίων για τη συμμετοχή στο διετές τμήμα του ερευνητικού προγράμματος «Princeton Radio Project» (PRP) του Πανεπιστημίου Princeton. Από εκείνη την στιγμή o Cantril ξεκίνησε να αναπτύσσει μελέτες αξιολόγησης της επίδρασης του ραδιοφώνου στο κοινό. Το 1938 ο Cantril έγινε ο εκδότης και ιδρυτής του εντύπου Public Opinion Quarterly που χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Rockefeller, έντυπο που συνδέεται στενά με τις επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου της κυβέρνησης των Η.Π.Α. στην περίοδο έπειτα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Παράλληλα με την έναρξη των προγραμμάτων στο Πανεπιστήμιο Princeton ακόμη ένας άρτια εκπαιδευμένος ψυχολόγος με στενή διασύνδεση με τους Rockfellers, o Διευθυντής Ερευνών του CBS Frank Stanton, έλαβε τη θέση του κύριου ερευνητή στο πεδίο των ερευνών μαζικής επικοινωνίας αν και δεν έλαβε τη θέση του Διευθυντή εξαιτίας της θέσης που ήδη κατείχε στο δίκτυο CBS. Κατά την ίδια χρονική περίοδο ο Αυστριακός κοινωνικός επιστήμονας Paul Lazarsfeld προσελήφθη για να ενισχύσει το έργο του Cantril. Συνδυάζοντας τα ανωτέρω στοιχεία, συμπεραίνουμε ότι ο Cantril, ο Stanton και ο Lazarsfeld ανέπτυξαν στενούς «δεσμούς» συνεργαζόμενοι για το ξεκίνημα μίας μεγάλης μελέτης αναφορικά με τις μεθόδους πειθούς της κοινής γνώμης.

Η ευκαιρία για μία εκ βαθέων ανάλυση της κοινής γνώμης παρουσιάστηκε όταν στο ραδιοφωνικό δίκτυο CBS παρουσιάστηκε η απόδοση του έργου του H.G. Wells’ War of the Worlds [Ο Πόλεμος των Κόσμων] στις 30 Οκτωβρίου του 1938. Ο Lazarsfeld εξέλαβε ως ιδιαιτέρως ενδιαφέρον το γεγονός και ζήτησε αμέσως από τον Stanton χορηγία από το CBS ώστε να μελετηθούν οι αντιδράσεις σε ότι αποτελούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή τη μεγαλύτερη και μαζικότερη δράση και πράξη μαζικού επηρεασμού και πειθούς της κοινής γνώμης στην ανθρώπινη ιστορία. Στους μήνες που ακολούθησαν συλλέχθηκαν συνεντεύξεις από τους ακροατές του Πολέμου των Κόσμων, οι οποίες παραδόθηκαν στα «χέρια» του Stanton και του δικτύου CBS, όπου εν συνεχεία αναλύθηκαν στην μελέτη του Cantril με τίτλο The Invasion From Mars: A Study in the Psychology of Panic – H Εισβολή από τον Άρη: Μία Μελέτη για την Ψυχολογία του Πανικού (1940).

Σημειώνοντας και αναγνωρίζοντας τον πλούτο των θεμελιωδών πληροφοριών για την ίδρυση και τη λειτουργία της κοινής γνώμης το Ίδρυμα Rockefeller εστίασε ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του στην κατανόηση της κοινής γνώμης κατά την πολεμική περίοδο. «Ο πόλεμος στην Ευρώπη», σύμφωνα με την Έκθεση του Ιδρύματος το 1939, «έδωσε σε αυτήν την χώρα μία μη-συνηθισμένη ευκαιρία να μελετηθούν η ανάπτυξη και η θεμελίωση της κοινής γνώμης, οι αλλαγές στις οποίες αυτή υπόκειται ανάλογα με τις περιστάσεις και τις αιτίες της αλλαγής αυτής» {συνεχίζεται στο Γ’ Μέρος}

Στο Γ’ Μέρος της έρευνας που σας παρουσιάζουμε στο pentapostagma.gr συνεχίζουμε να αναδεικνύουμε την στενή διασύνδεση μεταξύ του πρωτεργάτη της διαχείρισης των μαζών Hadley Cantril και του Ιδρύματος Rockefeller με το τελευταίο να χρηματοδοτεί με αρκετές χιλιάδες δολάρια τις έρευνες ψυχολογικής προπαγάνδας του Cantril.

Η ηγεσία του Ιδρύματος Rockefeller αναθέτοντας στον Cantril το καθήκον της ανασκόπησης δεδομένων από συνεντεύξεις και δημοσκοπήσεις πολλών ετών, συμπέρανε ότι το πρόγραμμα θα παρείχε θεμελιώδη στοιχεία και γεγονότα σχετικά με την χάλκευση και την γενική τάση της κοινής γνώμης κατά την μετάβαση από την περίοδο ειρήνης στην περίοδο πολέμου – και από το ένα στάδιο στο επόμενο υπό την ψυχολογική πίεση των απανωτών πολέμων. Aναμενόταν ότι η περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων θα καταδείξει την επιρροή παραγόντων όπως η οικογενειακή κατάσταση, το εκπαιδευτικό επίπεδο, η επαγγελματική εμπειρία, η συνεχιζόμενη «ισχυρή γνώμη» επί σχετικών ζητημάτων ή η έλλειψη αυτής.

Έτσι, καθώς η εισχώρηση των Η.Π.Α στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πλησίαζε, o Rockefeller χρηματοδότησε με 15.000 δολάρια το Πανεπιστήμιο Princeton για την ίδρυση του Γραφείου Ερευνών Κοινής Γνώμης (Office of Public Opinion Research). Ένας εκ των πρωταρχικών στόχων του Γραφείου ήταν η συστηματική εξέταση του τρόπου «χάλκευσης» της κοινής γνώμης, τους κινητήριους παράγοντες που κρύβονταν πίσω από το κοινό αίσθημα για την επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών, και με τα λόγια του ίδιου του Cantril: «την παρακολούθηση της Αμερικανικής κοινής γνώμης κατά την διάρκεια του πολέμου που είχε ήδη ξεκινήσει στην Ευρώπη και στον οποίο ένιωθα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εμπλέκονταν σύντομα»

Το 1940, το Ίδρυμα Rockefeller αύξησε το ποσό χρηματοδότησης που κατευθύνθηκε στην έρευνα της κοινής γνώμης και της μαζικής επικοινωνίας στα 65.000 δολάρια, με τα 20.000 δολάρια να στηρίζουν τη λειτουργία του Γραφείου Ερευνών Κοινής Γνώμης του Cantril (Πανεπιστήμιο Princeton). Eπιπρόσθετα, κονδύλι ύψους 25.000 δολαρίων δόθηκε στην Σχολή Δημόσιων και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Princeton (Princeton’s School of Public and International Affairs) για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των Ευρωπαϊκών σύντομων ραδιοφωνικών μηνυμάτων καθώς και 20.000 δολάρια προς τον πολιτικό επιστήμονα του Πανεπιστημίου του Σικάγου Harold Lasswell ώστε να ιδρύσει ινστιτούτο για «γενικές σπουδές στο πεδίο των ραδιοφωνικών μηνυμάτων και εκπομπών, των έντυπων μέσων, και άλλων μέσων ενημέρωσης».

Ο Cantril κατάφερε να προβλέψει με επιτυχία την συμπεριφορά των ψηφοφόρων σε σημαντικά δημοψηφίσματα, μέσω κρυφών διαδικασιών δειγματοληψίας τόσο στις Η.Π.Α όσο και στον Καναδά. Aυτό το επίτευγμα του νεαρού ψυχολόγου έστρεψε ξανά σε αυτόν την προσοχή του Nelson Rockefeller. Ο Nelson Rockefeller, εκείνη την περίοδο ήτανστενός σύμβουλος του Franklin Roosevelt. Εκείνη τηνπερίοδο, ο Rockefeller είχε υπό την ευθύνη του την λειτουργία του Τμήματος Συντονισμού Διαμερικανικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Το συγκεκριμένο τμήμα αποτελούσε ουσιαστικά παρακλάδι των μυστικών υπηρεσιών των Η.Π.Α που εστίαζε κυρίως στην πραγματοποίηση ψυχολογικών επιχειρήσεων στην Λατινική Αμερική.





Πηγή:
pentapostagma.gr