Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Μυκήνες – το παλάτι του Αγαμέμνονα

Εισαγωγή
Οι «πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το πιο σημαντικό και πιο πλούσιο ανακτορικό συγκρότημα της ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα.
Σύμβολο της ηρωικής Ελλάδας, oι Μυκήνες, ένας από τους πιο σπουδαίους αρχαιολογικούς χώρους, παγκόσμια γνωστός, περιβάλλονται με το μαγικό πέπλο του μύθου των Ατρειδών, που τις περιπέτειές τους ιστορούν οι αρχαίοι τραγικοί.
Το όνομά τους δόθηκε σ’ έναν από τους πιο λαμπρούς πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες, με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκόσμια την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Ως πόλη της Αργολίδας, απέναντι απ’ τον Αργολικό κόλπο, στο ΒΑ μυχό της πεδιάδας του Άργους, σε στρατηγικό σημείο, δέσποζε σε πολλές οδικές αρτηρίες. Σήμερα, στη θέση αυτή υπάρχει το μικρό χωριό Μυκήνες (Χαρβάτι, επί τουρκοκρατίας) και τα ερείπια της Ακρόπολης, που θυμίζουν πάντα τις μακρινές και ένδοξες εποχές.


Μυθολογία
Η μυθική παράδοση αναφέρει ότι τις Μυκήνες ίδρυσε ο Περσέας, γιος του Δία και της Δανάης, εγγονός του βασιλιά του Άργους Ακρισίου, απόγονου του Δαναού. Ο Ακρίσιος χώρισε τη χώρα του σε διάφορα βασίλεια κι έδωσε το Ηραίο στον αδελφό του Προίτο, τη Μιδέα και την Τίρυνθα και ο Περσέας, που ήταν γιος του Δία και της Δανάης, έφυγε για τη χώρα της Λυκίας. Επιστρέφοντας από εκεί, σκότωσε, χωρίς να θέλει, τον παππού του και έδωσε στο Μεγαπένθη το βασίλειό του, το Άργος, ενώ πήρε από εκείνον το βασίλειο της Τίρυνθας. Στην Τίρυνθα, ο Περσέας έκτισε τις Μυκήνες και έδωσε στη νέα αυτή πόλη το όνομα αυτό, είτε επειδή εκεί (κατά τον Παυσανία) έπεσε ο μύκης (θήκη) του ξίφους του, είτε επειδή εκεί ανάβλυζε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή (υπάρχει και σήμερα), στη ρίζα ενός μύκητα (μανιταριού). Άλλοι παράγουν τη λέξη από την ηρωίδα Μυκήνη, κόρη του Ίναχου, μερικοί μάλιστα γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν με τα τοπωνύμια «Μυκαλησσός» και «Μυκάλη» που θεωρούνται προελληνικά. Σύμφωνα με το μύθο, από τον Περσέα ιδρύθηκε η δυναστεία των Περσειδών, που βασίλεψε στις Μυκήνες για τρεις γενιές, στην οποία ανήκουν μικροί τετράγωνοι τάφοι. Απόγονοί του ήταν ο Ηλεκτρύονας, ο Σθέναλος κι ο Ευρυσθέας, ο τελευταίος γόνος της δυναστείας, που σκοτώθηκε από τους Ηρακλείδες, χωρίς να αφήσει απογόνους. Έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα των ομηρικών ηρώων Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. Από τη δυναστεία των Πελοπιδών προήλθαν οι Ατρείδες. Οι Πελοπίδες κατασκεύασαν την Πύλη των Λεόντων και δραστήριοι, όπως ήταν, κυριάρχησαν σε όλη την Πελοπόννησο και τα γύρω νησιά, απέκτησαν δύναμη και κύρος, ώστε όλοι οι βασιλιάδες εκείνων των χρόνων θεώρησαν ως αρχηγό τους στην εκστρατεία κατά της Τροίας τον Αγαμέμνονα. Σ’ αυτούς ανήκουν τα οχυρά της Ακρόπολης, οι θολωτοί τάφοι, όπως ο περίφημος τάφος του Ατρέα, ένα θαυμάσιο έργο των αρχαίων Ελλήνων κι ακόμα πολλοί άλλοι μικρότεροι τάφοι, που βρέθηκαν ανοιχτοί και λεηλατημένοι για πολλά χρόνια, όπως αναφέρει ο Παυσανίας κι ο Σοφοκλής. Οι Πελοπίδες κυβέρνησαν τρεις και πλέον αιώνες (1400-1050 π.Χ.).



Μυκηναϊκός πολιτισμός
Έτσι ονομάστηκε ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε με κέντρο τις Μυκήνες. Πρόκειται για τη λεγόμενη «μυκηναϊκή» η «υστεροελλαδική» περίοδο της αρχαίας ιστορίας. H περίοδος αυτή χωρίζεται στην πρώιμη υστεροελλαδική Ι (1600-1500 π.Χ.), στη μέση υστεροελλαδική ΙΙ (1500-1400 π.Χ.) και στη νεώτερη υστεροελλαδική ΙΙΙ (1400-1100 π.Χ.). Τα ευρήματα των ανασκαφών μας βοηθούν να γνωρίσουμε τους ανθρώπους που έζησαν στην περιοχή αυτή. Οι πελώριοι λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν για την Πύλη των Λεόντων, μας μιλούν για τη δύναμη εκείνων των ανθρώπων, που προκαλούσαν κατάπληξη στους πολίτες των άλλων πόλεων, ώστε τα ονόμαζαν «Κυκλώπεια τείχη». Τα ανάκτορα, που είχαν για πυρήνα ένα ορθογώνιο κτίριο με πολλά διαμερίσματα γύρω, στολίζονταν με πολύχρωμες τοιχογραφίες. Τα διάφορα κοσμήματα, όπλα, δαχτυλίδια, ειδώλια (αγάλματα) μικρά και άλλα αντικείμενα, αλλά και τα εκτεταμένα οικιστικά κατάλοιπα, εντός και εκτός της ακρόπολης των Μυκηνών, μας αποκαλύπτουν τον τρόπο ζωής των Μυκηναίων. Ο μυκηναϊκός πολιτισμός άφησε κατάλοιπα σε όλο σχεδόν τον ελληνικό χώρο και δημιούργησε αποικίες στη Ρόδο και στη Κύπρο. Οι Μυκηναίοι, που ήταν Έλληνες, ήρθαν σε στενή επαφή με τους Κρητικούς και, όπως ήταν επόμενο, επηρεάστηκαν από το μινωικό πολιτισμό για τη δημιουργία τού δικού τους πολιτισμού. Ο πολιτισμός τους είναι κυρίως γνωστός από τις Μυκήνες, αν και ανάκτορά τους έχουν ανασκαφεί και στην Τίρυνθα και στην Πύλο.



Η τοποθεσία
Οι Μυκήνες θεμελιώθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα από το οποίο ήταν δυνατή η εποπτεία της αργολικής πεδιάδας και ο έλεγχος των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή, ενώ από τα ευρήματα των αρχαιολόγων προκύπτει ότι οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σ’ ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου. Μολονότι η κατοίκηση στις Μυκήνες συνεχίστηκε αδιάκοπα ως τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα μνημεία που μπορεί να δει κανείς σήμερα, όπως τα Κυκλώπεια Τείχη, η Πόλη των Λεόντων και ο Τάφος του Ατρέως, ανήκουν στην εποχή της ακμής τους, την ύστερη εποχή του Χαλκού μεταξύ του 1350 π.Χ. και του 1200 π.Χ.



Οικισμός και τάφοι
Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο, καθώς και ένα νεκροταφείο στη ΝΔ πλευρά του, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, με πλούσια κτερίσματα, που περικλείονται σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.



Τα ανάκτορα
Η οικοδόμηση των ανακτόρων ή μάλλον η ανοικοδόμηση, καθώς υπήρχαν προγενέστερα κτίσματα των ανακτόρων που βλέπουμε σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, έργο που ολοκληρώθηκε σε τρεις φάσεις: Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση επεκτάθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η πασίγνωστη μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε πιθανότατα οικοδομήθηκε κι ο θολωτός τάφος, γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, επεκτάθηκαν τα τείχη προς τα ΒΑ του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο και η υπόγεια κρήνη.



Η παρακμή
Από το 12ο αιώνα π.Χ., άρχισε η παρακμή των Μυκηνών. Η καταστροφή του κράτους των Χετταίων που ήταν και οι μοναδικοί φορείς, ήδη από το 17ο αιώνα, της τεχνικής επεξεργασίας του σιδήρου και η απώλεια των αιγυπτιακών αγορών άρχισαν να κλονίζουν τις Μυκήνες. Η καταστροφή αυτή συμπληρώθηκε από τους νέους κατακτητές της Πελοποννήσου, τους Δωριείς, που δεν δυσκολεύτηκαν να υποδουλώσουν τη χώρα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι περί το 1100 π.Χ., μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», πολλές φυσικές καταστροφές οδήγησαν στην εγκατάλειψη των Μυκηνών και ο λόφος παρέμεινε ελάχιστα κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό αναπτύχθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλουν κατά πάσα πιθανότητα την ύπαρξή τους στη φήμη της πόλης των Ατρειδών, που τα ομηρικά έπη διέδιδαν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Κατά τους Περσικούς πολέμους, λίγοι μόνο πολεμιστές από τις Μυκήνες πήραν μέρος στις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών. Το 468 π.Χ., οι Αργείοι κατέκτησαν την πόλη, κατεδάφισαν τμήματα της οχύρωσής της και μοίρασαν την περιοχή στους φτωχούς πολίτες του Άργους. Οι παλιοί κάτοικοι των Μυκηνών σκορπίστηκαν σε όλη σχεδόν την Ελλάδα φτάνοντας μέχρι τη Μακεδονία. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Βέβαια υπήρχαν ακόμα στην παλιά πόλη μερικοί κάτοικοι, ωστόσο τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και φαίνεται ότι ήταν ήδη ερειπωμένη, όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας, τον 2ο αιώνα μ.Χ.



Οι ανασκαφές
Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιόφιλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, επωφελούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της χώρας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και το 1941 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε τους πέντε κάθετους λακκοειδείς τάφους του Ταφικού Κύκλου Α και διάφορα αγγεία σπάνιας τέχνης, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα 1876-1877, αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο. Το έργο του Σλήμαν συνέχισε επάξια ο Χ. Τσούντας (1884-1902), η συστηματική σκαπάνη του οποίου, σχεδόν επί εικοσαετία, έφερε στο φως το ανάκτορο στην κορυφή της ακρόπολης, καθώς και πλήθος θολωτών τάφων στην ευρύτερη περιοχή. Στη συνέχεια, ανασκαφές στα ανάκτορα και στα νεκροταφεία πραγματοποίησαν οι Δ. Ευαγγελίδης (1909), (1911), Α. Κεραμόπουλος (1917) καιA.J.B. Wace, διευθυντής της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, που από τα 1920 έως τα 1957, συστηματοποίησε τα έως τότε δεδομένα, εμπλούτισε την έρευνα, τα ευρήματα και τη γνώση του χώρου και του πολιτιστικού του ιδιώματος. Άξιοι συνεχιστές της επιστημονικής έρευνας των προηγουμένων, ο Γουίλιαμ Τέιλορ (Lord William Taylour), η έρευνα του οποίου έφερε στο φως το Θρησκευτικό Κέντρο στην κάτω δυτική πλαγιά του τειχισμένου λόφου, ο Ι. Παπαδημητρίου, που έφερε στο φως τον Ταφικό Κύκλο Β και ο Γ. Μυλωνάς, που, ως διευθυντής ανασκαφών της Αρχαιολογικής Εταιρείας, για 30 περίπου χρόνια διεκπεραίωσε το πιο σημαντικό ανασκαφικό έργο στην ακρόπολη των Μυκηνών, αποκαλύπτοντας εκτεταμένα οικιστικά συγκροτήματα, όπως οι βόρειες αποθήκες, η βορειοδυτική και νοτιοδυτική συνοικία, συμβάλλοντας στην κατανόηση της οργάνωσης και χρήσης του χώρου σ’ ένα μοναδικό ανακτορικό συγκρότημα, όπως αυτό των Μυκηνών. Αναστηλωτικές εργασίες έγιναν το 1950-1955 από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα στο θολωτό τάφο, γνωστού ως της Κλυταιμνήστρας, στο ανάκτορο, στο χώρο γύρω από την Πύλη των Λεόντων και στον Ταφικό Κύκλο Β. Επιπλέον, η συμβολή του Σπ. Ιακωβίδη, αλλά και της Φρεντς (E. French), την τελευταία τριακονταετία, κεφαλαιοποιεί τη σχεδόν επί έναν αιώνα συναρπαστική και ατέρμονη ανάγνωση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Από το 1998 βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και στη συνέχεια η Επιτροπή Μυκηνών, που δημιουργήθηκε το 1999 από το Υπουργείο Πολιτισμού. Το έργο της συντήρησης, στερέωσης και ανάδειξης της ακρόπολης και των μνημείων του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου των Μυκηνών συνεχίζεται έως και σήμερα, με στοχευμένες επεμβάσεις που αποσκοπούν στη διάσωση του μοναδικού αυτού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.



Ο αρχαιολογικός χώρος
Από τα σωζόμενα σήμερα ερείπια σπουδαιότερα είναι οι δυο ταφικοί βασιλικοί περίβολοι Α και Β, που αποτελούσαν τμήμα του εκτεταμένου προϊστορικού νεκροταφείου στα δυτικά του λόφου του ανακτόρου, από την ανασκαφή των οποίων (λακκοειδείς τάφοι) προέρχεται ο μεγαλύτερος όγκος των εκπληκτικών ευρημάτων (τα περισσότερα είναι χρυσά και χαρακτηρίζονται για τη θαυμάσια τέχνη τους), ο θησαυρός του Ατρέα (θολωτός τάφος), ο θολωτός τάφος της Κλυταιμνήστρας, η Πύλη των Λεόντων, το Βασιλικό ανάκτορο, ο ναός, η Βόρεια Πύλη καθώς και η Υπόγεια δεξαμενή κ.ά. Τα περισσότερα και πιο αξιόλογα ευρήματα των Μυκηνών, που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, όπως η χρυσή μάσκα Ταφικού Κύκλου Α, που αποδόθηκε στον Αγαμέμνονα από τον Σλήμαν, η τοιχογραφία με παράσταση γυναικείας μορφής, χρυσό διαδήματα, καθώς και στο νέο, σύγχρονο, Μουσείο Μυκηνών στη βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης, προκαλώντας το θαυμασμό σε εκατομμύρια επισκέπτες από όλες τις γωνιές της γης. Λείψανα ενός πολιτισμού λαμπρού και υπερήφανου, που μας άφησε για ανάμνηση ανάκτορα θαυμαστό για την αρχιτεκτονική τους, ταφικά μνημεία και έναν πλούτο αντικειμένων.



Η Πύλη των Λεόντων
Είναι η είσοδος της μυκηναϊκής ακρόπολης, η οποία φέρει το αρχαιότερο δείγμα μνημειακής γλυπτικής στην Ευρώπη, στο τρίγωνο πάνω από το υπέρθυρο. Είναι κατασκευασμένη πάνω σε ισχυρό τείχος του τέλους του 13ου π.Χ. αιώνα, που λόγω του μεγέθους του και της κατασκευής του ονομάζεται κυκλώπειο και περιβάλλει την ακρόπολη. Μέσα στο χώρο της ακρόπολης υπάρχουν δεξιά από την Πύλη, η σιταποθήκη και σ’ έναν κυκλικό περίβολο, 6 βασιλικοί τάφοι που ανάσκαψε ο Σλήμαν, το 1876, ο λεγόμενος Ταφικός Κύκλος Α, απ’ όπου ήρθαν στο φως πλούσια ευρήματα, ανάμεσά τους οι περίφημες χρυσές προσωπίδες, τα πολυποίκιλα ξίφη, τα χρυσά κοσμήματα κ.ά. Αμέσως μετά διακρίνονται τα θεμέλια μυκηναϊκών σπιτιών (κτίριο του Κρατήρα των πολεμιστών, κτίριο Τσουν κ.ά.) και εκείνα του θρησκευτικού κέντρου.



Το Ανακτορικό συγκρότημα
Βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο και είναι χτισμένο σε διάφορα επίπεδα. Σ’ αυτό οδηγεί ανηφορικός δρόμος, και η είσοδός του, το πρόπυλο, βρίσκεται στη ΒΔ πλευρά. Το μέγαρο, με στοά, πρόδομο και δόμο, βρίσκεται στα δυτικά μεγάλης αυλής που ήταν διακοσμημένη με πολύχρωμα θέματα. Σε μερικά σημεία της είναι φανερά τα ίχνη από τη φωτιά που προκάλεσε την καταστροφή της ακρόπολης. Στη βόρεια πλευρά του ανακτόρου διακρίνονται θεμέλια ναού Αρχαϊκών και Ελληνιστικών Χρόνων και οικοδομημάτων (εργαστήριο καλλιτεχνών και τεχνιτών, κτίριο Κιόνων κ.ά.). Στα αξιοθέατα της ακρόπολης περιλαμβάνεται και μια υπόγεια δεξαμενή που κατασκευάστηκε το 13ο π.Χ. αιώνα και στην οποία οδηγεί στενό πέρασμα.



Οι θολωτοί τάφοι-Ηραίο
Στο χώρο έξω από την ακρόπολη υπάρχει μια σειρά από θολωτούς τάφους που ο Παυσανίας ονόμασε «θησαυρούς», με σημαντικότερους τον τάφο των Λεόντων, του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας. Πρόκειται για μικρά ταφικά κτίρια που διατηρούνται σε καλή κατάσταση, ενώ στα δυτικά τους ανασκάφηκαν οι 14 βασιλικοί λακκοειδείς τάφοι του Ταφικού Κύκλου Β. Στα νότια του Ταφικού Κύκλου Β βρέθηκαν λείψανα από ιδιωτικές κατοικίες 13ου αιώνα π.Χ. (οικία των Ασπίδων, οικία του Λαδέμπορου κ.ά.). Σε απόσταση 50 μέτρων από την ακρόπολη δεσπόζει ο πιο πολυτελής μυκηναϊκός τάφος, ο λεγόμενος θησαυρός του Ατρέα ή τάφος του Αγαμέμνονα. Σύγχρονος της Πύλης των Λεόντων, ο θολωτός αυτός τάφος αποτελείται από δρόμο μήκους 36 μέτρων και από μια μεγάλη θόλο, η οποία πρέπει να έφερε πλούσια εσωτερική διακόσμηση. Διακοσμημένη ήταν και η πρόσοψη του τάφου, από την οποία διακρίνονται τμήματα. Η περιοχή του Ηραίου, αποτέλεσε πανελλήνιο λατρευτικό κέντρο της θεάς Ήρας. Το ιερό, που χτίστηκε στη θέση της μυκηναϊκής Πρόσυμνας, βρισκόταν σε ακμή από τον 5ο αιώνα π.Χ. μέχρι τα Ρωμαϊκά Χρόνια.




Πηγή:
theancientwebgreece.wordpress.com