Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Οι λέξεις υπάρχουν ακόμα που έφτιαξαν κάποτε οι Έλληνες με την βοήθεια των θεών τους

Η σημερινή μας κοινωνία τέμνεται δια του ενορατικού στοχασμού με την Κοινωνία της Γνώσης, που άρχισε στην Αρχαία Ελλάδα πριν από 5.000 χρόνια, την εποχή περίπου που άρχισαν να γράφονται τα Ομηρικά Έπη, συνεχίσθηκε δια των φιλοσόφων, προεκτάθηκε δια των Ελληνιστών λογίων και κάπου χάνονται τα ίχνη της εκεί κοντά στο πρώιμο Βυζάντιο, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να βρίσκουν την επαφή τους με τον Θεό, μέσω του θρησκευτικού δόγματος μόνο.


Μέχρι τότε υπήρχε μια αδιάλειπτη Κοινωνία τρομερά εξοικειωμένη με τους τρόπους που επικοινωνούν τα Πεδία με τους ανθρώπους, ιδιαίτερα αναμεμιγμένη σε αυτού του είδους τις συνομιλίες αφού τις σοβαρές αποφάσεις που την αφορούσαν τις έπαιρνε με την χρήση μεθόδων, που σήμερα είναι άγνωστες σε εμάς, μια Κοινωνία ικανή να κρίνει στο σύνολό της πότε ο Λόγος προέρχεται πράγματι από τον Θεό και πότε όχι, ικανή να διακρίνει την ενόραση από την πραγματικότητα και να αφομοιώνει τα στοιχεία του ενορατικού, χωρίς να χάνει τα στοιχεία της πραγματικότητας μια Κοινωνία ικανή πάντα να εξελίσσεται, πάντα να υποδέχεται νέα Γνώση, πάντα να μάχεται, πάντα να δημιουργεί Γνώση.

«Για να αποκτήσει ο άνθρωπος τις ιδιότητες που χρειάζονται για να επικοινωνεί ανεμπόδιστα με τον πνευματικό κόσμο, η ψυχή προδιαγράφει όλη τη ζωή του και ιδιαιτέρως όλα τα εμπόδια που θα συναντήσει η συνείδησή του, μέχρις ότου αυτή ενηλικιωθεί».

«Οι συμπεριφορές που εκδηλώνουν τα άτομα του στενού του περιβάλλοντος και οι οποίες επιβάλλονται στον άνθρωπο από πολύ μικρή ηλικία, λειτουργούν ως στερεότυπα τα οποία αναγκάζεται διαρκώς να ενσωματώνει η συνείδησή του, προβάλλοντας μηδαμινές αντιστάσεις μέχρι την ηλικία περίπου των επτά ετών».

Αυτά θα έλεγε ένας σημερινός ενορατικός στοχαστής, που θα είχε ενσωματώσει στην σκέψη του όλο το γνωσιολογικό υπόβαθρο της σημερινής Επιστήμης, στα θέματα που αφορούν στον Άνθρωπο και μόνο. Ένας στοχαστής που επιπλέον θα ήταν σε συνεχή επαφή με τις Πηγές της Γνώσης, αυτές που τροφοδότησαν τον Ησίοδο και όλους εκείνους που ανήκαν στο είδος του, τότε και τώρα.

Γιατί ισχυρίζομαι, μετά λόγου γνώσεως, ότι το είδος των ενορατικών στοχαστών θα αποκτήσει πολλούς εκπροσώπους στην κοινωνία μας, που σταδιακά θα μετατρέπεται, όλο και ευρύτερα, όλο και περισσότερο σε μια Κοινωνία της Γνώσης.

Στο πλαίσιο της Σειράς «Έξι Έλληνες Φιλόσοφοι μιλούν για την σύγχρονη Ελλάδα», ο Αριστοτέλης ασχολείται κυρίως με το μέγα Έργο, που υποστηρίζει ότι πρέπει να διαπνέει την ζωή του ανθρώπου: την αμφίδρομη επικοινωνία με τον Εαυτό και δι’ αυτού με την Δημιουργία ώστε και οι δύο να εκπαιδεύονται στην αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής.

Για τον Αριστοτέλη όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε αυτή την αμφίδρομη επικοινωνία που επιτρέπει στον Εαυτό να κατακτά μια καλύτερη θέση στην κοινωνία των πνευμάτων και στον άνθρωπο να έχει πλήρη συνείδηση της ταυτόχρονης ύπαρξής του σε πολλούς κόσμους.

Για τον Αριστοτέλη το μέγεθος που αποκτά ο άνθρωπος που έχει συνείδηση της ταυτόχρονης ύπαρξής του στον κόσμο των πνευμάτων και στον κόσμο της ζώσας ύλης, μπορεί να γίνει τεράστιο.

Όταν ο άνθρωπος αποκτήσει, στις άλλες διαστάσεις, το πραγματικό του μέγεθος, το οποίο είναι ορατό από τα όντα που κατοικούν σε αυτές τις διαστάσεις, τότε γίνεται αυτόματα ικανός για μεγάλα έργα.

Ένα τέτοιο μεγάλο έργο ήταν η δημιουργία του Ελληνικού πολιτισμού και η εξάπλωσή του από τα παράλια της Ιωνίας στις εσχατιές της γης. Μόνο που αυτό το έργο απαίτησε τεράστιες προσωπικές θυσίες από όσους συμμετείχαν σε αυτό και το συνδημιούργησαν.

Βέβαια το Μαντείο των Δελφών ήταν πάντα εκεί.

Μας αρέσει, πολλά πράγματα για την αρχαία Ελλάδα, να τα εκλαμβάνουμε ως δεδομένα και να λέμε περιχαρείς «Α, ο θεϊκός Ησίοδος έγραψε την θεογονία, γιατί είχε μια επιφοίτηση, μίλησε με τις Μούσες, του έδωσαν το σκήπτρο και προλάλησαν ότι μέσα από το έργο του θα εκφρασθούν πολλοί θεοί και θεές και ότι έπρεπε εκείνος να βρει τα μέσα για να τους βοηθήσει να εκφρασθούν, να μετατρέψει την πρωτογενή ενόραση σε λέξεις, σε λέξεις που αφηγούνται εικόνες, σε σειρές που μετατρέπονται σε δρώμενα, σε ήχους που αφυπνίζουν μνήμες και σε παραγράφους που εξυμνούν θεούς».

Όμως πώς έγινε;; Πώς έγινε και ο θεϊκός Ησίοδος, ο απλός, απλούστατος βοσκός του Ελικώνα μπόρεσε να βρει λέξεις και μπόρεσε να διδαχθεί ήχους και κατόρθωσε να φέρει στο φως αυτήν την εκπληκτικής ακρίβειας, κάλλους και πολυφωνίας ποίηση, την ποίηση των θεών;

Η απάντηση είναι απλή. Υπήρχε το Μαντείο των Δελφών και πιστεύω ότι μπορώ να σας εξηγήσω πώς έγινε η Κοσμογονία.

Πράγματι ο Ησίοδος συναντήθηκε με τις Μούσες, εκεί στο βουνό του Ελικώνα, που έκτοτε έγινε γνωστό και ως βουνό των Μουσών, οπτικοποίησε δηλαδή ενορατικά μια υπερκόσμια Σκέψη, που ήρθε και συνάντησε την δική του σκέψη, την σκέψη ενός σοφού, καλού και ενάρετου ανθρώπου. Η οπτικοποίηση είναι το ένα μέρος του ενορατικού στοχασμού, αυτό που άπτεται κυρίως της ενόρασης και λιγότερο του στοχασμού.

Ο Ησίοδος έβλεπε οράματα, πανέμορφα οράματα, γεμάτα λυρισμό και ποίηση, που του έστελναν οι θεοί, για να μεταφέρουν την δική τους σκέψη, μέσω του Ησίοδου, στους ανθρώπους.

Τις λέξεις τις επέλεξαν άλλοι, οι θεραπευτές και οι θεραπαινίδες του Μαντείου των Δελφών, άνθρωποι που είχαν διδαχθεί να μετατρέπουν τα οράματα σε λέξεις, τις ενορατικές εικόνες σε ποίηση και την σκέψη των θεών σε κοσμογονία.

Επί πολλούς αιώνες οι Δελφοί μετέτραπαν τον γνήσιο οραματισμό σε καινούριες λέξεις, ικανές να τον περιγράψουν, νέες λέξεις που κατέβαιναν στο επίπεδο της γλώσσας που εκείνη την εποχή μιλούσαν και ενσωματωνόταν σταδιακά σε αυτήν, σε μια κατάσταση συνεχούς στοχασμού, που συνεχώς διέστελε, όλο και περισσότερο, όλο και περισσότερο, αυτό που ξεκίνησε ως ο βασικός πυρήνας μιας γλώσσας που μιλούσαν αρχικά τα Ομηρικά Έπη και κατέληξε να γίνει η πιο πολυδιάστατη, πολυεπίπεδη, σημαίνουσα και σημαντική, ουσιώδης και μεταφορική, στοχαστική και πραγματική, γλώσσα που υπάρχει αυτή την στιγμή στον πλανήτη. Λίγα γνωρίζουμε για αυτήν την γλώσσα και ακόμα περισσότερα θα γνωρίσουμε όταν αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τους Έλληνες που την δημιούργησαν, τόσο πίσω στον χρόνο πρέπει να ταξιδέψουμε για να είμαστε απολύτως εναρμονισμένοι με την εποχή μας.

Βιργινία Φατσή
15 Ιουλίου 2017


Πηγή: