Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Λήμνος: η Ηφαιστία, το Καβείριο και η Πολιόχνη


Αριστερά: Το ιερό των Καβείρων, στο βορειοανατολικό τμήμα της Λήμνου

Η Λήμνος, το νησί του Βορείου Αιγαίου με τους πιστούς φίλους και το ιδιαίτερο χρώμα, είχε αποκτήσει πλούτο και φήμη ήδη από τους Προϊστορικούς Χρόνους. 

Ως «ευκτίμενον πτολίεθρον» («καλοχτισμένη πολιτεία») τη μνημονεύει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, χάρη στην εξαίρετη γεωγραφική θέση της (απέναντι από την είσοδο του Ελλησπόντου, στη διαδρομή προς τις μεταλλοφόρες πλουτοπαραγωγικές πηγές), το εύφορο έδαφος, τα πλούσια αλιεύματα και τα ασφαλή αγκυροβόλιά της, καθώς και τις σπουδαίες μεταλλουργικές επιδόσεις των κατοίκων της.



Η Λήμνος γνώρισε περίοδο ακμής κατά την Πρώιμη και τη Μέση Εποχή του Χαλκού, όταν αναπτύχθηκαν σημαντικά οικιστικά κέντρα, ενώ κατά τους Ιστορικούς Χρόνους υπήρξε επί μακρόν αθηναϊκό έδαφος (περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Λήμνο αθηναίοι κληρούχοι, που συμβίωσαν ειρηνικά με τους γηγενείς).

Στο βορειοανατολικό τμήμα της Λήμνου, βόρεια από το Κοντοπούλι, μεσόγειο κεφαλοχώρι με πετρόχτιστα σπίτια, βρίσκονται δύο σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι: η Ηφαιστία και το Καβείριο.

Η Ηφαιστία υπήρξε η δεύτερη (μετά τη Μύρινα) σημαντικότερη πόλη της Λήμνου κατά τους Ιστορικούς Xρόνους. Τα ευρήματα των ανασκαφικών ερευνών τεκμηριώνουν τη συνεχή κατοίκηση στην περιοχή από τη Χαλκολιθική Εποχή έως και τους Βυζαντινούς Χρόνους.



Οι ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής και της Κ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων αποκάλυψαν νεκροταφείο, που χρονολογείται από τα μέσα του 8ου έως τον 5ο αιώνα π.Χ., και σημαντικό ιερό της Μεγάλης Θεάς (ταυτίστηκε αρχικά με την Κυβέλη και αργότερα με τη Λήμνο), που ήταν σε χρήση από τα μέσα του 8ου έως το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ., όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά. Επίσης, δύο κεραμικούς κλιβάνους εργαστηρίου Ελληνιστικών Χρόνων (2ος-1ος αιώνας π.Χ.), λείψανα του θεάτρου Ελληνιστικών - Ρωμαϊκών Χρόνων (αναστηλωμένο, με πέντε οικοδομικές φάσεις), λουτρικές εγκαταστάσεις και κατάλοιπα κατοικιών Ελληνιστικών Χρόνων.

Στον αρχαιολογικό χώρο του Καβειρίου, οι ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής έφεραν στο φως ιερό των Καβείρων, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως την ύστερη αρχαιότητα. Τα κτίρια του ιερού βρίσκονται πάνω σε δύο μικρά άνδηρα, διαμορφωμένα στην πλαγιά του χαμηλού λόφου που κατεβαίνει στη θάλασσα, σχηματίζοντας το ακρωτήρι Χλόη. Στο νότιο πλάτωμα αποκαλύφθηκε τελεστήριο Αρχαϊκών Χρόνων (7ος αιώνας π.Χ.), στο βόρειο, τελεστήριο Ελληνιστικών Χρόνων. Πάνω στο αρχαϊκό τελεστήριο θεμελιώθηκε το υστερορωμαϊκό τελεστήριο («Βασιλική»), που συνδέεται με την τελευταία περίοδο ύπαρξης του ιερού και φανερώνει τη μακρά επιβίωση της λατρείας των Καβείρων στη Λήμνο.


Οι Κάβειροι, παιδιά του Ηφαίστου και της Νύμφης Καβειρούς ή εγγόνια του θεού, ικανότατοι μεταλλουργοί, λατρεύονταν και ως θεοί της θάλασσας, της γονιμότητας και του αμπελιού. Τα Καβείρια μυστήρια, η γιορτή που γινόταν προς τιμήν τους κάθε χρόνο, σχετίζονταν με την αναγέννηση της φύσης.

Στο νοτιοανατολικό τμήμα της Λήμνου, σε μικρή απόσταση από το αγροτικό χωριό Καμίνια, βρίσκεται ο φημισμένος αρχαιολογικός χώρος της Πολιόχνης, που υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους προϊστορικούς οικισμούς στον αιγαιακό χώρο.


Ο παραθαλάσσιος τειχισμένος οικισμός, που ιδρύθηκε στα τέλη της 4ης/αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. πάνω σε ύψωμα, στον όρμο του Βρόσκοπου (Βοροσκόπου), θεωρείται η αρχαιότερη οργανωμένη πόλη της Eυρώπης.

Η Πολιόχνη γνώρισε διάφορες φάσεις αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, που αποδίδονται συμβατικά από τους ανασκαφείς με ένα ξεχωριστό χρώμα: Μελανή Περίοδος (οικισμός περιορισμένης έκτασης, καλύβες μεγάλων διαστάσεων), Κυανή Περίοδος (σταδιακή ανάπτυξη μικρής πόλης, οικοδόμηση οχυρωματικού τείχους και πρώτων δημοσίων κτιρίων), Πράσινη και Ερυθρά Περίοδος (επέκταση του οικισμού και ενίσχυση οχύρωσης), Κίτρινη Περίοδος (την πόλη διέτρεχαν κατά την περίοδο αυτή δύο πλακόστρωτες οδοί), Φαιά και Ιώδης Περίοδος (λιγοστά οικοδομικά λείψανα, περιορισμός του οικισμού). Ο οικισμός της Κίτρινης Περιόδου καταστράφηκε από φυσικά αίτια (ίσως σεισμό) στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ., εγκαταλείφθηκε επί μακρόν και επαναδραστηριοποιήθηκε τη 2η χιλιετία π.Χ.





Πηγή:
Β. Στεργιόπουλος, in.gr