Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΛΑΣ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ: ΜΙΑ ‘ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ’ ΤΟΥ ΑΠΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Σύνθετο  κορινθιακό  κράνος,  (κατασκευασμένο  κυρίως  από  σκληροποιημένο  δέρμα  αλλά  και  ορείχαλκο  και  άλλα  υλικά),  ορειχάλκινος  θώρακας  με  μήτρα  και  ξίφος.  Τέτοιου  είδους  ελληνικός  αρχαϊκός  οπλισμός – εκτός από τη μήτρα την οποία δεν έφεραν οι ιππείς –  φερόταν  και  από  το  περίφημο  ιππικό  της  Γέλας  μεταξύ  άλλων  ελληνικών  στρατών  (ευγενική    χορηγία    του    Συλλόγου    Ιστορικών    Μελετών    ‘Κορύβαντες  –  ο  οπλισμός  κατασκευάσθηκε  από  τον  δημιουργό  Δημήτρη  Κατσίκη  )



Η  Γέλα  ιδρύθηκε  το  688  π.Χ.  στη  νότια  ακτή  της  Σικελίας,  κοντά  στον  ποταμό  Γέλα,  από  Κρήτες,  Ροδίους  και  άλλους  Δωδεκανησίους  Δωριείς  με  οικιστές  τον  Έντιμο  και  τον  Αντίφημο  οι  οποίοι  αντιπροσώπευαν  τις  δύο  κύριες  μητροπόλεις.  Η  αποικία  ονομάσθηκε  αρχικά  «Λίνδιοι»,  από    το  «εθνικό»  της  Λίνδου,  της  σημαντικότερης  πόλης-κράτους  της  Ρόδου.  Η  Λίνδος  είχε  σημαντικά  ανώτερη  ναυτιλία  από  οποιαδήποτε  άλλη  πόλη  της  Ρόδου,  της  Κρήτης  και  της  Δωδεκανήσου,  και  προφανώς  υποστήριξε  ναυτιλιακά  την  αποικιστική  αποστολή.  Εντούτοις,  επειδή  οι  περισσότεροι  άποικοι  δεν  είχαν  λινδιακή  καταγωγή,  επικράτησε  η  ονομασία  «Γέλα»  από  το  σικανικό  όνομα  του  γειτονικού  ποταμού  (Γέλας).
Οι  Γελώοι  διακατέχονταν  εξ  αρχής  από  πολεμικό  πνεύμα,  αποζητώντας  την  επέκταση  στη  σικελική  ενδοχώρα,  σε  βάρος  των  εντόπιων  Σικανών  και  Σικούλων  (Σικελών,  Siculi)  και  σε  βάρος  άλλων  Ελλήνων  αποίκων.  Η  πρώτη  φάση  της  εντυπωσιακής  κατακτητικής  πορείας  της  Γέλας,  ανήκει  στους  πολέμους  εναντίον  των  γειτονικών  Σικανών.  Το  Κάκυρο,  η  Ομφάκη  (σημερινό  Monte  Desusino),  το  Αρίαιτο  (ή  Αριαίτης),  το  Ίνυκο,  και  άλλες  σικανικές  πολίχνες,  υπέκυψαν  στον  στρατό  της  Γέλας,  παρά  την  αντίσταση  τους.  Η  σθεναρή  αντίσταση  τους  καταδεικνύεται  από  το  γεγονός  ότι  πέρασαν  σχεδόν  δύο  αιώνες  έως  την  υποταγή  των  τελευταίων  ελεύθερων  Σικανών  από  τους  Γελώους.  Οι  Ελληνες  είχαν  καθοριστικό  στρατιωτικό  προβάδισμα  χάρη  στην  οπλιτικού  τύπου  οπλοσκευή  τους. 
Η  δεύτερη  φάση  των  πολέμων  της  Γέλας  αφορούσε  την  υποταγή  των  σικανικών  ηγεμονιών  των  γειτονικών  λόφων.  Οι  ανώνυμοι  σικανικοί  οικισμοί  στο  σημερινό  Capordaso,  στη  Sabucina  και  αλλού,  υποτάχθηκαν  στη  Γέλα  και  εξελληνίσθηκαν  χάρη  στους  Γελώους  στρατιωτικούς  αποίκους  που  δέχθηκαν.  Σε  άλλες  περιπτώσεις,  η  Γέλα  ίδρυε  απευθείας  ελληνικές  στρατιωτικές  αποικίες  στα  σικανικά  εδάφη.  Σε  ορισμένους  σικανικούς  οικισμούς  της  εποχής,  ανασκάφηκαν  τμήματα  θωράκισης  κρητικής  τεχνοτροπίας.  Προφανώς  ανήκαν  σε  Γελώους  κρητικής  καταγωγής  που  επάνδρωναν  φρουρές  επιτήρησης  των  εγχώριων.  Οι  Γελώοι  διαίρεσαν  σε  κλήρους  τα  κατακτημένα  εδάφη  και  μετέτρεψαν  τους  ηττημένους  Σικανούς  σε  δουλοπαροίκους  ειλωτικής  κατάστασης  αλλά  κατά  την  εποχή  του  Ιπποκράτη  και  του  Γέλωνα  (βλ.  στη  συνέχεια),  εκείνοι  χειραφετήθηκαν  και  εξελληνίσθηκαν  πλήρως.

Κατά  την  τρίτη  φάση  των  πολέμων  τους,  οι  Γελώοι  αντιμετώπισαν  τους  άλλους  Σικελιώτες  (Ελληνες  της  Σικελίας,  σε  αντιπαραβολή  με  τους  ιθαγενείς  Σικελούς).  Η  ίδρυση  του  απειλητικού  Σελινούντα  από  τους  Υβλαίους  Μεγαρείς  (περίπου  650-628  π.Χ.),  κοντά  στον  ζωτικό  χώρο  της  Γέλας,  την  οδήγησε  σε  μία  ιστορική  αποικιστική  ενέργεια:  την  ίδρυση  του  Ακράγαντα  (583  π.Χ.,  σε  συνεργασία  με  νέους  αποίκους  από  τη  Ρόδο,  την  Κρήτη  και  τα  Δωδεκάνησα),  ο  οποίος  έμελε  να  εξελιχθεί  σε  μεγάλη  δύναμη.  Η  πόλη  ανεξαρτητοποιήθηκε  νωρίς  από  τη  Γέλα  (570  π.Χ.)  υπό  την  ηγεσία  του  τυράννου  Φαλάριδος,  και  άρχισε  αμέσως  σκληρούς  πολέμους  εναντίον  των  Σικανών  της  ενδοχώρας  –  βιαιότερους  από  τους  ελληνοσικανικούς  πολέμους  της  Γέλας  –  και  των  Σελινουντίων.  Η  ανώνυμη  πόλη  στη  σύγχρονη  Caltanisseta,  η  Κάμικος  και  άλλες  σικανικές  πόλεις  υπέκυψαν  στους  Ακραγαντίνους,  οι  οποίοι  επιδίωκαν  να  προσεγγίσουν  τη  βόρεια  σικελική  ακτή.
Έως  το  505  π.Χ.  η  Γέλα  είχε  ολοκληρώσει  την  κατάκτηση  και  τον  εξελληνισμό  της  πεδιάδας  της.  Ο  Ακράγας  είχε  επιτύχει  το  ίδιο  στην  δική  του  ενδοχώρα.  Ετσι  οι  «δίδυμες»  κρητοροδιακές  πόλεις  υπέταξαν  τη  νότια  και  την  κεντρική  Σικελία,  αλλά  δεν  θα  σταματούσαν  εκεί.  Ο  Γελώος  στρατός  ήταν  ήδη  ο  ισχυρότερος  της  Σικελίας.
Κατά  τον  ύστερο  6ο  αι.,  οι  Γελώοι  διέβησαν  τα  Ηραία  Ορη  και  συγκρούσθηκαν  με  τους  Χαλκιδείς  αποίκους  της  βορειοανατολικής  Σικελίας  (Κατάνη,  Λεοντίνοι,  Εύβοια  (πόλη),  Μοργαντίνα,  κ.α.).  Λίγο  μετά  το  505,  τύραννος  της  Γέλας  κατέστη  κάποιος  Ιπποκράτης  ο  οποίος  αποδείχθηκε  κορυφαία  προσωπικότητα  και  θεμελιωτής  της  μεταγενέστερης  «Γελώας  αυτοκρατορίας».  Την  ίδια  εποχή  στον  Ακράγαντα,  κάποιος  Θήρων  κατέλαβε  την  εξουσία  ως  τύραννος.  Αρχικά  ο  Ιπποκράτης  επιτέθηκε  και  υπέταξε  τους  τελευταίους  ελεύθερους  ορεινούς  Σικανούς  κοντά  στη  Γέλα,  προελαύνοντας  στην  κοιλάδα  του  ποταμού  Μαρόγλιο.  Οι  ανεσκαμμένες  σικανικές  πόλεις  των  σύγχρονων  τοποθεσιών  Monte  Bubbonia  και  San  Mauro  καταστράφηκαν  κατά  το  μεταίχμιο  των  6ου-5ου  αιώνων  π.Χ.  από  πυρκαγιά,  στοιχείο  που  καταδεικνύει  την  αγριότητα  της  κυρίευσης.  Σύντομα  ο  στρατός  της  Γέλας  με  αιχμή  του  δόρατος  το  ιππικό  υπό  τον  ίππαρχο  Γέλωνα,  κατευθύνθηκε  προς  τα  βορειοανατολικά  υποτάσσοντας  τις  χαλκιδικές  πόλεις  Καλλίπολη,  Κατάνη  και  Νάξο  (αρχές  5ου  αιώνα).  Σε  λίγο  υπέκυψαν  στον  Ιπποκράτη  και  οι  περισσότεροι  γηγενείς  Σικελοί  της  ενδοχώρας  και  της  Καλής  Ακτής,  όπως  και  η  χαλκιδική  Ζάγκλη.  Ετσι  η  Γέλα  εξασφάλισε  εδαφική  διέξοδο  στη  βόρεια  σικελική  ακτή.  Στη  συνέχεια,  η  πτώση  των  ισχυρών  Λεοντίνων  σηματοδότησε  την  υποταγή  όλων  των  Χαλκιδέων  στη  Γέλα  του  Ιπποκράτη.

Ο  ανθρωπόμορφος  ταύρος  σε  νόμισμα  της  Γέλας  (480-470  πΧ),  προφανώς  δημοφιλές  έμβλημα  στις  ασπίδες  των  Γελώων.

Ο  Γελώος  τύραννος  εποφθαλμιούσε  τις  πλούσιες  Συρακούσες.  Το  492/1  π.Χ.  νίκησε  τον  στρατό  τους  στον  ποταμό  Ελωρο  αλλά  αναγκάσθηκε  να  υποχωρήσει  λόγω  των  απειλών  που  δέχθηκε  από  την  Κόρινθο  και  την  Κέρκυρα  (οι  οποίες  αναφέρονται  ως  «διαμεσολάβηση»  στις  πηγές).  Οι  δύο  τελευταίες  συνδέονταν  με  «δεσμούς  αίματος»  με  τις  Συρακούσες.  Η  Κόρινθος  ήταν  μητρόπολη,  ενώ  η  Κέρκυρα  ήταν  επίσης  κορινθιακή  αποικία,  «συγγενής»  των  Συρακουσών.  Ο  Ιπποκράτης  ανησύχησε  λόγω  του  ισχυρού  ναυτικού  των  δύο  πόλεων  το  οποίο  μπορούσε  να  πλήξει  με  αμφίβιες  καταδρομές  (απόβαση  πεζοναυτών)  οποιοδήποτε  παράκτιο  σημείο  της  επικράτειας  του.  Ετσι  υποχώρησε,  περιοριζόμενος  μόνο  στην  προσάρτηση  της  μεγαλύτερης  συρακούσιας  αποικίας,  Καμάρινας.  Σε  λίγο  ο  Ιπποκράτης  κατέκτησε  τις  δύο  τελευταίες  ανεξάρτητες  πόλεις  των  Σικούλων/Σικελών,  Ύβλα  Γελεάτιδα  και  Εργέτιο,  στην  περιοχή  της  Αίτνας,  αλλά  σύντομα  πέθανε  (490).  Τύραννος  της  Γέλας  κατέστη  ο  ίππαρχος  Γέλων.
Οι  Ακραγαντίνοι  αδελφοί  των  Γελώων,  τους  συναγωνίζονταν  σε  κατακτήσεις.  Υπό  τον  τύραννο  Θήρωνα,  απέσπασαν  την  Ηράκλεια  Μινώα  από  τους  Σελινούντιους  και  υπέταξαν  επιπρόσθετες  πόλεις  των  Σικανών  και  Ελύμων  (επίσης  γηγενών  της  Σικελίας).  Το  484  π.Χ.,  κατόρθωσαν  να  αποκτήσουν  διέξοδο  στη  βόρεια  ακτή,  καταλαμβάνοντας  την  ελληνική  Ιμέρα.  Ο  Γέλων  και  ο  Θήρων  έλαβαν  συζύγους  ο  ένας  από  την  οικογένεια  του  άλλου,  διασφαλίζοντας  τη  στενή  συμμαχία  Γέλας  και  Ακράγαντα.  Παρότι  τα  κράτη  των  Γέλωνος  και  Θήρωνος  δεν  ενώθηκαν  επίσημα,  συνέστησαν  μια  κοινή  πολιτειακή  μονάδα  έναντι  άλλων  δυνάμεων.
Το  485,  ο  Γέλων  εκμεταλλεύθηκε  μία  εξέγερση  στις  Συρακούσες  εναντίον  των  αριστοκρατών  κυβερνητών  της  πόλης  και  την  κυρίευσε.  Ηταν  πλέον  αρκετά  ισχυρός,  τόσο  ώστε  να  αγνοήσει  τις  προειδοποιήσεις  της  Κορίνθου  και  της  Κερκύρας,  έξι  χρόνια  νωρίτερα.    Όμως,  σχεδόν  ταυτόχρονα  η  Ζάγκλη  απέσεισε  την  εξουσία  του.  Ο  Γέλων  εγκαταστάθηκε  μόνιμα  στις  Συρακούσες,  παραδίδοντας  τη  Γέλα  στον  αδελφό  του,  Ιέρωνα.  Ο  Γέλων  ήλεγχε  πλέον  όλη  την  ανατολική  Σικελία,  εκτός  της  Ζάγκλης.  Ο  δε  Θήρων  ήλεγχε  τη  δυτική,  εκτός  του  Σελινούντα  και  των  φοινικικών  και  μερικών  ελυμικών  πόλεων.  Ο  ποταμός  Νότιος  Ιμέρας  ήταν  το  σύνορο  ανάμεσα  στα  κράτη  των  δύο  στενών  συμμάχων  και  συγγενών.

Αυθεντικό  και  αποκατεστημένο  τμήμα  του  οχυρωματικού  τείχους  της  Γέλας  του  4ου  αιώνα  π.Χ.

Με  τους  πολέμους  τους,  η  Γέλα  και  ο  Ακράγας  συγκρότησαν  εκτενή  και  συμπαγή  κράτη,  όπως  εκείνα  της  Θεσσαλικής  Τετραρχίας  και  της  Σπάρτης  στην  Ελλάδα.  Τα  εδάφη  του  Γέλωνος,  έκτασης  περίπου  11.500    τετρ.  Χλμ.  συγκέντρωναν  περί  το  45  %  της  έκτασης  της  Σικελίας.  Το  κράτος  του  Θήρωνος  του  Ακράγαντα,  έκτασης  6.500  τετρ.  Χλμ.,  ήλεγχε  περί  το  25  %  της  μεγαλονήσου.  Προς  σύγκριση,  κατά  τον  πρώιμο  5ο  αι.,  η  Θεσσαλική  Τετραρχία  ήλεγχε  περίπου  16.000    τετρ.  Χλμ.  με  περίπου  600.000  κατοίκους,  ενώ  το  κράτος  των  Λακεδαιμονίων  είχε  έκταση  8.400  τετρ.  Χλμ.  με  περίπου  330.000  κατοίκους.  Τα  κράτη  της  Γέλας  και  του  Ακράγαντα  είχαν  συνολική  έκταση  περίπου  18.000    τετρ.  Χλμ  (το  70  %  της  Σικελίας)  με  700-800.000  κατοίκους  (κατ’  εκτίμηση),  ενώ  τα  στρατεύματα  τους  έφθαναν  τις  100.000  άνδρες  μαζί  με  τους  μισθοφόρους,  τις  φρουρές  και  τις  εφεδρείες,  κρίνοντας  από  τις  δυνάμεις  που  παρέταξαν  στη  μεγάλη  μάχη  της  Ιμέρας  (480  π.Χ.).  Στην  Ιμέρα,  οι  ενωμένες  δυνάμεις  τους  συνέτριψαν  τους  Καρχηδόνιους  εισβολείς.
Μέσα  σε  δυο  αιώνες  (688-484  π.Χ.),  το  πολεμοχαρές  πνεύμα  των  αρχικών  Δωριέων  αποίκων  της  Γέλας  (μόλις  μερικών  εκατοντάδων  ανθρώπων  όπως  εκτιμάται)  επέτυχε  τον  έλεγχο  του  μεγαλύτερου  μέρους  της  Σικελίας.

Το  480  π.Χ.,  οι  μητροπολιτικοί  Έλληνες  αντιμετώπισαν  τη  νέα  περσική  εισβολή.  Πριν  τη  σύγκρουση  με  τους  Πέρσες,  ζήτησαν  τη  στρατιωτική  βοήθεια  του  Γέλωνος.  Ο  Γελώος  τύραννος  δέχθηκε  να  τους  ενισχύσει  μόνο  υπό  τον  όρο  ότι  θα  ηγείτο  όλων  των  ελληνικών  συμμαχικών  δυνάμεων.  Γνώριζε  καλά  ότι  η  Σπάρτη  και  η  Αθήνα  δεν  θα  δέχονταν  ποτέ  αυτόν  τον  όρο,  όπως  και  έγινε.  Επρόκειτο  για  έναν  πλάγιο  τρόπο  άρνησης  από  τον  Γέλωνα,  του  αιτήματος  των  Ελλαδιτών,  επειδή  οι  Σικελιώτες  Ελληνες  περίμεναν  από  στιγμή  σε  στιγμή  την  καρχηδονιακή  εισβολή,  η  οποία  πράγματι  εκδηλώθηκε  σε  μερικούς  μήνες.  Ταυτόχρονα,  οι  βόρειοι  Ιταλιώτες  απειλούντο  από  την  ετρουσκική  επέκταση.

Οπλίτης  της  Αρχαϊκής  περιόδου  με  κωδωνόσχημο  θώρακα,  κερασφόρο  κορινθιακό  κράνος,  αργολική  ασπίδα  και  λόγχη.  Αυτή  η  οπλοσκευή  ήταν  χαρακτηριστική  και  για  τους  Ελληνες  της  Σικελίας  και  της  Κάτω  Ιταλίας  στην  οποία  έχουν  ανακαλυφθεί  κερασφόρες  περικεφαλαίες.  Ευγενική  χορηγία  του  Συλλόγου  Ιστορικών  Μελετών  Κορύβαντες.

Η  Γέλα  ολοκλήρωσε  την  ηγεμονική  πορεία  της,  όταν  ο  Γέλων,  η  μεγαλύτερη  μορφή  της,  κατέστησε  πρωτεύουσα  του  τις  Συρακούσες.  Στο  εξής,  το  τέκνο  της,  ο  Ακράγας,  την  υποκατέστησε  ως  η  δεύτερη  ισχυρότερη  σικελιωτική,  πραγματικό  αντίπαλο  δέος  για  τις  Συρακούσες.
Μετά  από  αυτήν  την  ιστορική  εισαγωγή,  θα  ασχοληθούμε  λεπτομερέστερα  με  τις  ένοπλες  δυνάμεις  της  Γέλας.
Το  βασικό  στρατιωτικό  μειονέκτημα  της  Γέλας  ήταν  η  έλλειψη  λιμένων  στην  περιοχή  της.  Ετσι,  δεν  διέθετε  ποτέ  αξιόλογο  πολεμικό  στόλο.  Όταν  αργότερα  οι  τύραννοι  της  συγκρότησαν  το  εκτεταμένο  κράτος  τους,  χρησιμοποίησαν  τους  λιμένες  και  τα  πολεμικά  πλοία  των  υποτελών  πόλεων-κρατών  για  τη  συγκρότηση  ναυτικού.  Η  μειωμένη  ενασχόληση  των  Γελώων  με  τη  ναυτιλία  και  η  εύφορη  πεδιάδα  της  πόλης  τους,  τούς  έστρεψαν  στη  γεωργική-κτηνοτροφική  ζωή.  Εξάλλου  οι  άποικοι  πρόγονοι  των  περισσοτέρων,  παρότι  νησιώτες,  ήταν  περισσότερο  προσκολλημένοι  στον  χερσαίο  βίο  παρά  στη  θάλασσα:  δηλαδή  οι  Κρήτες,  οι  Κώοι  και  οι  άποικοι  από  τις  πόλεις  Ιάλυσο  και  Κάμιρο  της  Ρόδου  (οι  Λίνδιοι  ήταν  ουσιαστικά  η  εξαίρεση  στον  «κανόνα»).  Το  περιορισμένο  ναυτικό  της  Γέλας  «ελευθέρωνε»  το  μάχιμο  δυναμικό  της  για  υπηρεσία  στο  χερσαίο  στράτευμα.  Άλλες  παράμετροι  που  οδήγησαν  στη  συγκρότηση  του  πανίσχυρου  Γελώου  στρατού,  ήταν  η  δωρική  προέλευση  των  αποίκων  και  η  ευφορία  της  πεδιάδας  της  Γέλας.  Οι  Δωριείς  είχαν  μακρόχρονη  στρατιωτική  παράδοση,  την  οποία  διατήρησαν  αμείωτη  όταν  εγκαταστάθηκαν  στα  Δωδεκάνησα  και  την  Κρήτη.  Αυτή  την  «κληρονομιά»  παρέλαβαν  οι  Γελώοι  και  οι  Ακραγαντίνοι.
Η  ευφορία  του  εδάφους  επέδρασε  με  διττό  τρόπο  στη  γένεση  ισχυρού  στρατεύματος.  Η  γόνιμη  γελώα  γη  μπορούσε  να  συντηρήσει  σημαντικό  πληθυσμό.  Ήταν  πυκνοκατοικημένη  ήδη  πριν  την  άφιξη  των  Ελλήνων,  οι  οποίοι  κατέστησαν  δουλοπάροικους  τους  Σικανούς.  Ο  σχηματισμός  εκτενών  και  εύφορων  κλήρων,  καλλιεργούμενων  από  πολλούς  δουλοπάροικους  και  τα  εισοδήματα  που  απέφεραν,  δημιούργησαν  τις  κατάλληλες  συνθήκες  για  τον  σχηματισμό  μιας  πολεμοχαρούς  αριστοκρατίας  η  οποία  αποτελείτο  από  τους  απογόνους  των  αποίκων  και  διατηρείτο  συνεχώς  ετοιμοπόλεμη,  για  την  επιτήρηση  των  υποταγμένων  γηγενών,  όπως  συνέβη  π.χ.  στο  Άργος  και  στη  Σπάρτη.  Έτσι  συγκροτήθηκε  ένας  στρατός  ισχύος  συγκρίσιμης  με  τον  αργείο  και  τον  λακεδαιμονικό  της  Αρχαϊκής  εποχής.  Εντούτοις  οι  Γελώοι  δεν  ακολούθησαν  την  πορεία  της  Σπάρτης  (η  οποία  διατήρησε  τις  τάξεις  των  ειλώτων  και  των  περιοίκων  έως  την  Ελληνιστική  περίοδο)  αλλά  εκείνη  του  Άργους.  Σταδιακά,  οι  Σικανοί  δουλοπάροικοι,  με  την  υποχώρηση  του  αριστοκρατικού  πολιτεύματος  υπέρ  της  τυραννίας  (η  οποία  ευνοούσε  τις  λαϊκές  μάζες  στις  οποίες  στηριζόταν  αρκετά),  και  τον  βαθμιαίο  εξελληνισμό  τους,  απελευθερώθηκαν  και  αφομοιώθηκαν  από  τους  Έλληνες  αποίκους.  Ετσι  η  οπλιτική  φάλαγγα  της  Γέλας  ενισχύθηκε  αριθμητικά  τόσο  με  τους  εξελληνισμένους  ιθαγενείς,  όσο  και  από  τον  μεγάλο  πληθυσμό  ο  οποίος  τρεφόταν  από  την  εύφορη  γη.

Ο  οπλιτικός  τρόπος  πολέμου  είχε  αρχίσει  να  επικρατεί  στη  μητροπολιτική  Ελλάδα  όταν  ιδρύθηκε  η  Γέλα.  Είναι  σίγουρο  ότι  υιοθετήθηκε  από  τους  πολίτες  της  λίγο  μετά  την  ίδρυση  της  ή  πιθανώς  εξαρχής.  Η  φάλαγγα  πλαισιωνόταν  από  ψιλούς  και  άλλους  ελαφρά  οπλισμένους  (ακοντιστές,  σφενδονήτες,  τοξότες,  ροπαλοφόρους,  λιθοβόλους  κ.α.)  οι  οποίοι  στην  περίπτωση  της  Γέλας  και  του  Ακράγαντα  προέρχονταν  μάλλον  κυρίως  από  τον  εξελληνισμένο  σικανικό  λαό.  Αντίθετα,  το  ιππικό  και  οι  οπλιτικές  φάλαγγες  των  δύο  πόλεων  στελεχώνονταν  κυρίως  από  τους  απογόνους  των  αποίκων.  Εξάλλου  μόνο  αυτοί  είχαν  την  οικονομική  δυνατότητα  απόκτησης  και  συντήρησης  οπλιτικής  οπλοσκευής  ή  ιππικής  οπλοσκευής  (η  οποία  κατά  τη  συγκεκριμένη  περίοδο  δεν  διέφερε  σημαντικά  από  την  οπλιτική,  με  την  εξαίρεση  της  ασπίδας),  αλόγου  και  ιπποσκευής.
Εκτός  από  την  τυπική  αρχαϊκή  οπλιτική  οπλοσκευή,  οι  αγγειογραφίες  δείχνουν  επίσης  την  προτίμηση  των  Γελώων  στην  κορινθιακή  περικεφαλαία,  όπως  και  στην  Ελλάδα  της  εποχής.    Ο  ανθρωπόμορφος  ταύρος,  ο  οποίος  αντιστοιχεί  σε  θεότητα  των  γηγενών  Αυσώνων  της  Ιταλίας,  και  Σικανών  και  Σικελών  της  Σικελίας,  εμφανίζεται  συχνά  στα  νομίσματα  της  αρχαϊκής  Γέλας,  όπως  και  σε  άλλων  ελληνικών  πόλεων.  Προφανώς  αποτελούσε  σύνηθες  έμβλημα  στις  ασπίδες  των  Γελώων  οπλιτών.  Ο  ανθρωπόμορφος  ταύρος  ήταν  γενικά  δημοφιλές  οπλιτικό  έμβλημα  για  τους  Ιταλιώτες,  Σικελιώτες,  Ετρούσκους  και  εγχώριους  Ιταλούς-Σικελούς.

Χαρακτηριστικές  αρχαϊκές  προστατευτικές  προμετωπίδες  αλόγων  από  τη  Μεγάλη  Ελλάδα,  με  μορφή  μαχίμου  που  φέρει  κορινθιακό  κράνος. 
Οι  δυνάμεις  των  Σικελιωτών  και  των  Ιταλιωτών  (Ελλήνων  της  Ιταλίας)  είχαν  μία  σημαντική  διαφορά  από  εκείνες  των  Ελλαδιτών:  τη  διατήρηση  ισχυρού  ιππικού.  Η  ανυπαρξία  εκτεταμένων  πεδινών  εκτάσεων  στη  νότια  Ελλάδα  και  την  Ηπειρο,  και  η  γηγενής  φυλή  των  μικρόσωμων  αλόγων  της  (προγόνων  των  σύγχρονων  ιππαρίων  της  νήσου  Σκύρου)  δεν  επέτρεπαν  την  ανάπτυξη  του  ιππικού  Όπλου.  Αντίθετα,  η  Μακεδονία,  η  Θεσσαλία  και  η  Βοιωτία  διέθεταν  εκτεταμένες  πεδιάδες  για  εκτροφή  πολυάριθμων  αλόγων,  και  επομένως  ισχυρό  ιππικό.  Ομοίως,  οι  εκτενείς  και  εύφορες  πεδιάδες  της  Σικελίας  (Λεοντίνων,  Συρακουσών,  Γέλας,  Ακράγαντα  κ.α.)  και  της  Μεγάλης  Ελλάδος  (Συβάρεως,  Τάραντα  κ.α.)  επέτρεψαν  τη  συγκρότηση  ικανών  ιππικών  σωμάτων  τα  οποία  στελεχώνονταν  από  τους  αριστοκράτες.  Το  εξαίρετο  ιππικό  της  Γέλας  με  ίππαρχο  τον  Γέλωνα,  ήταν  ο  κύριος  παράγοντας  των  νικών  του  Ιπποκράτη.
Το  Γελώο  ιππικό  κατέστη  σύντομα  το  ισχυρότερο  μεταξύ  των  Ελλήνων  της  Δύσης.  Ομοίως  ο  Ακράγας  διέθετε  ισχυρό  ιππικό  Οπλο.  Εχει  εκτιμηθεί  από  ορισμένους,  με  βάση  τις  αρχαίες  αναφορές  και  τις  απεικονίσεις  στα  αρχαιολογικά  ευρήματα,  ότι  στην  περίπτωση  της  Γέλας  και  άλλων  ιταλιωτικών  και  σικελιωτικών  πόλεων  (π.χ.  Σύβαρις),  το  ιππικό  είχε  αποφασιστικό  προβάδισμα  έναντι  της  οπλιτικής  φάλαγγας,  ωστόσο  δεν  θα  συμφωνήσουμε  με  αυτήν  την  εκδοχή.  Αποψη  του  γράφοντος  είναι  ότι  η  εκτενέστερη  προβολή  του  ιππικού  σε  βάρος  της  φάλαγγας,  στις  πηγές  και  στα  ευρήματα,  μάλλον  δεν  οφείλεται  τόσο  σε  κάποιο  πραγματικό  προβάδισμα  του  έναντι  των  οπλιτών,  όσο  στο  μακρόχρονο  αριστοκρατικό-ολιγαρχικό  παρελθόν  των  συγκεκριμένων  πόλεων,  το  οποίο  υποχώρησε  ραγδαία  λόγω  των  τυραννίδων  και  αργότερα  της  εγκαθίδρυσης  δημοκρατικού  πολιτεύματος  σε  αρκετές.  Οι  αριστοκράτες  στελέχωναν  το  ιππικό  και  έτσι  είναι  επόμενο  το  συγκεκριμένο  παραδοσιακό  Οπλο  να  προβάλλεται  περισσότερο,  ακόμη  και  για  κάποιο  διάστημα  μετά  την  απώλεια  της  εξουσίας  από  εκείνους  (το  505  πΧ  στην  περίπτωση  της  Γέλας).  Η  άποψη  ότι  η  οπλιτική  φάλαγγα  ήταν  πολύ  μειωμένη  στις  αρχαϊκές  πόλεις  της  Σικελίας  και  Ιταλίας,  είναι  σαφώς  υπερβολική.  Η  εν  λόγω  θεωρία  αντικρούεται  από  το  γεγονός  ότι  την  ίδια  εποχή,  οι  ετρουσκικές  πόλεις  της  Ιταλίας  κυβερνώντο  από  αριστοκράτες  και  ηγεμόνες  («λουκουμόνες»  και  στρατιωτικούς  «μακστάρνες»-μάγιστρους)  αλλά  οι  πεζοί  οπλίτες  τους  έχουν  πρωτεύουσα  θέση  στις  ετρουσκικές  καλλιτεχνικές  απεικονίσεις,  παρά  την  ύπαρξη  ικανού  ιππικού.

Το  μνημείο  του  Θήρωνος  στον  Ακράγαντα.

Το  480  π.Χ.,  ο  Γέλων  διέθετε  πολεμικό  στόλο  200  σκαφών,  τριήρων,  διήρων  και  πεντηκοντόρων,  προερχόμενα  κυρίως  από  τις  Συρακούσες  και  τις  χαλκιδικές  πόλεις.  Ο  στόλος  του  ήταν  ένας  από  τους  ισχυρότερους  στη  Μεσόγειο.  Επειδή  η  επικράτεια  του  Γέλωνος  δεν  μπορούσε  να  συγκεντρώσει  αυτόν  τον  αριθμό  σκαφών,  το  πιθανότερο  είναι  ότι  συμπεριλαμβάνονταν  τα  πλοία  του  στόλου  του  πεθερού  του,  Θήρωνος  του  Ακράγαντα.  Γενικά,  φαίνεται  ότι  τα  κράτη  Γέλας  και  Ακράγαντα  ήταν  συνδεδεμένα  συνομοσπονδιακά.
Περίπου  την  ίδια  εξέλιξη  και  σύνθεση  με  τον  Γελώο  στρατό,  είχε  και  ο  στρατός  του  Ακράγαντα.  Η  δωρική  προέλευση  των  κατοίκων  του,  και  ο  μεγάλος  πληθυσμός  που  αναπτύχθηκε  στην  ακραγαντίνη  χώρα  και  αυξήθηκε  περαιτέρω  με  τον  εξελληνισμό  των  τοπικών  Σικανών,  υπήρξαν  οι  βάσεις  για  την  ανάπτυξη  ισχυρών  χερσαίων  δυνάμεων  του  Ακράγαντα,  οι  οποίες  αποτελούντο  επίσης  από  την  οπλιτική  φάλαγγα,  το  ιππικό  και  τους  ελαφρά  οπλισμένους  (ψιλούς  κ.α.).  Η  ακραγαντίνη  πολιτική  χώρα  έμοιαζε  πολύ  με  εκείνη  της  Γέλας.  Μια  εκτενής  και  εύφορη  πεδιάδα  που  μπορούσε  να  θρέψει  μεγάλο  πληθυσμό  αλλά  δεν  διέθετε  λιμάνι  κατάλληλο  για  ανάπτυξη  ισχυρού  ναυτικού.  Παρότι  ο  στόλος  του  Ακράγαντα  ήταν  σημαντικά  ανώτερος  από  τον  γελώο,  υπήρξε  πάντα  περιορισμένος  συγκριτικά  με  εκείνον  των  Συρακουσών.  Αυτός  ήταν  ο  βασικός  παράγοντας  λόγω  του  οποίου  οι  Συρακούσες  υπερκέρασαν  τον  Ακράγαντα  σε  ισχύ.
Αργότερα,  οι  τύραννοι  Ιπποκράτης,  Γέλων  και  Θήρων  πλαισίωσαν  τους  στρατούς  της  Γέλας  και  του  Ακράγαντα  με  αρκετούς  μισθοφόρους,  Έλληνες  οπλίτες,  ψιλούς,  και  γηγενείς  Σικελούς.  Ισως  οι  μισθοφόροι  οπλίτες  να  υποσκέλισαν  τις  φάλαγγες  των  πολιτών-οπλιτών  (στους  οποίους  οι  τύραννοι  δεν  είχαν  ιδιαίτερη  εμπιστοσύνη)  αλλά  όχι  και  το  αριστοκρατικό  ιππικό.-
ΠΗΓΕΣ-  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(1)Διόδωρος    ο    Σικελιώτης  :  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ    ΙΣΤΟΡΙΚΗ,  Εκδόσεις    Κάκτος,  Αθήνα    1998
(2)Ηρόδοτος:  ΙΣΤΟΡΙΑΙ,  Εκδ.  Κάκτος,  Αθήνα.
(3)Griffo  P.  &  Von    Matt  L.:   GELA.  THE  ANCIENT  GREEKS  IN  SICILY,  Genova:  Stringa,  1963  (Πρώτη  έκδοση)

(4)CAMBRIDGE    ANCIENT    HISTORY-    First  edition,  Cambridge    1925-1930


Πηγή: