Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ο Ναός του Απόλλωνα στην χερσόνησο της Σίδης στην Μικρά Ασία

Η Σίδη, σπουδαίο εμπορικό λιμάνι στις ακτές της Παμφυλίας, ήταν μία από τις ισχυρότερες πόλεις της περιοχής κατά την Αρχαιότητα. Έχει ταυτιστεί με τα ερείπια ενός αρχαίου οικισμού κοντά στο σύγχρονο τουριστικό θέρετρο Selimiye, σε απόσταση 70 περίπου χλμ. από την Αττάλεια.
Η ονομασία Σίδη σημαίνει «ρόδι». Το ρόδι άλλωστε αποτελούσε το επίσημο σύμβολο της πόλης από την πρώιμη ιστορία της μέχρι και την Ύστερη Αρχαιότητα.

Από τη Μυκηναϊκή στην Αρχαϊκή εποχή
Η ίδρυση της αρχαίας Σίδης ανάγεται στη σφαίρα του μύθου. Πιο συγκεκριμένα, μετά τη λήξη του Τρωικού πολέμου, γύρω στο 1200 π.Χ., μια ομάδα Ελλήνων προωθήθηκε στην ενδοχώρα και εγκαταστάθηκε στην περιοχή την οποία κατόπιν ονόμασε «Παμφυλία». Σύμφωνα με την παράδοση, πρωτεργάτες των μεταναστευτικών αυτών κινήσεων ήταν οι φημισμένοι μάντεις Μόψος, Κάλχας και Αμφίλοχος.
Αυτοί ίδρυσαν πόλεις στη νέα τους πατρίδα, οι οποίες διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή μέχρι και την Ύστερη Αρχαιότητα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το ότι ο μύθος αυτός περί των πρώτων οικιστών επιβεβαιώνεται από την επιβίωση μιας τοπικής διαλέκτου που –όπως πιστοποιούν επιγραφές και νομίσματα– ήταν σε χρήση στη Σίδη μέχρι και τον 3ο αιώνα π.Χ. Επρόκειτο στην ουσία για ένα κυπροαρκαδικό γλωσσικό μείγμα, με μεταγενέστερα δωρικά-αιολικά στοιχεία. Αυτά αποδίδονται σε μια δεύτερη ομάδα μεταναστών από την Κύμη της Αιολίδας, που εγκαταστάθηκαν στη Σίδη γύρω στο 700 π.Χ.
Ο ιστορικός Αρριανός αναφέρει ότι οι νέοι άποικοι γρήγορα λησμόνησαν τα ελληνικά τους και υιοθέτησαν το τοπικό ιδίωμα που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί κάτοικοι, το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζει ως «βαρβαρικό». Η τοπική αυτή διάλεκτος ατόνησε πολύ αργότερα, μετά την άφιξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 334 π.Χ., έως ότου αντικαταστάθηκε σταδιακά από τα ελληνικά, που έγιναν πια η επίσημη γλώσσα της πόλης.



Μια εκ των κεντρικών πυλών της Σίδης τα τείχη της οποίας έχουν κατασκευαστεί στην ελληνιστική εποχή

Οι αναφορές των αρχαίων πηγών σχετικά με τη Σίδη είναι δυσανάλογα αποσπασματικές, αν αναλογιστεί κανείς τη σπουδαιότητα της πόλης κατά την Αρχαιότητα. Το κενό αυτό το αναπληρώνουν σε μεγάλο βαθμό οι επιγραφές και τα νομίσματα, που παρέχουν επαρκείς πληροφορίες κυρίως για την Ελληνιστική και την Αυτοκρατορική περίοδο.
Λυδική και περσική κυριαρχία

Όσον αφορά την πρώιμη ιστορία της πόλης, είναι εφικτή η ανασύνθεση ενός γενικού μόνο ιστορικού πλαισίου, με βάση τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί σε ολόκληρη την Παμφυλία κατά την περίοδο αυτή. Ο Ηρόδοτος παραδίδει ότι η περιοχή κατακτήθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. από τον βασιλιά των Λυδών Κροίσο (560-546 π.Χ.). Μετά την ήττα του από τους Πέρσες το 546 π.Χ., η Παμφυλία εντάχθηκε διοικητικά σε περσική σατραπεία και εξαναγκάσθηκε να καταβάλει φόρο υποτέλειας στη νέα αρχή.
Φαίνεται πάντως πως η Σίδη απολάμβανε κάποια αυτονομία, αφού έκοβε δικό της νόμισμα ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. Στα χρόνια μετά τους Περσικούς πολέμους, η επεκτατική πολιτική της Α' Αθηναϊκής Συμμαχίας επηρέασε άμεσα και τη Σίδη, δεδομένου του γεγονότος ότι οι Αθηναίοι επιδίωξαν να επεκτείνουν τον έλεγχό τους στις παμφυλικές ακτές. Τελικά, η σαρωτική νίκη του Αθηναίου στρατηγού Κίμωνα στη μάχη του Ευρυμέδοντα κοντά στη Σίδη (466 ή 461 π.Χ.) είχε ως συνέπεια να χάσουν οι Πέρσες την κυριαρχία τους στην παμφυλική πεδιάδα.
Η κατάσταση ανετράπη εκ νέου το 386 π.Χ. με την Ανταλκίδειο Ειρήνη, σύμφωνα με την οποία όλες οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας βρέθηκαν ξανά υπό τον έλεγχο του Πέρση Βασιλέα. Δεν είναι γνωστό ποιες ακριβώς συνθήκες επικράτησαν στις παμφυλικές πόλεις κατά τη δεύτερη αυτή φάση της περσικής κυριαρχίας. Η νομισματοκοπία πάντως της Σίδης –όπως και της γειτονικής της Ασπένδου– συνεχίστηκε και στα χρόνια αυτά, στοιχείο που υποδηλώνει κάποια μορφή αυτονομίας για τις δύο πόλεις. Λίγο αργότερα, το 365 π.X., η Σίδη έλαβε μέρος στην επανάσταση των Σατραπών εναντίον των Περσών, μαζί με τις υπόλοιπες παμφυλικές πόλεις.



O Ναός της Τύχης στην Σίδη. Έργο της Ρωμαϊκής περιόδου.

Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Ελληνιστική περίοδος
Μια νέα περίοδος ξεκίνησε για την πόλη μετά την άφιξη του Αλεξάνδρου στην περιοχή. Μετά τη μάχη του Γρανικού (334/333 π.Χ.), η Σίδη, η Πέργη και η Άσπενδος έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή στον Μακεδόνα. Αυτός τοποθέτησε φρουρά στη Σίδη και ίδρυσε εκεί νομισματοκοπείο, γεγονός που είχε ως συνέπεια να διατηρήσει η πόλη τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραμάτιζε στην Παμφυλία. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. σηματοδότησε μια νέα εποχή ανακατατάξεων. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Παμφυλία βρέθηκε διαδοχικά σε διαφορετικές σφαίρες επιρροής, ανάλογα με τις δυνάμεις που δρούσαν στην περιοχή.

Έτσι, μετά τη συνδιάσκεψη του Τριπαραδείσου (321 π.Χ.) μέχρι και τη μάχη της Ιψού (301 π.Χ.), η περιοχή πέρασε στην κυριαρχία των Σελευκιδών. Τον 3ο αιώνα π.Χ. (295-218 π.Χ.) άλλαξε στρατόπεδο και βρέθηκε υπό τον έλεγχο των Πτολεμαίων, οι οποίοι είχαν γίνει κυρίαρχοι της Μεσογείου στα χρόνια αυτά. Οι Πτολεμαίοι άσκησαν μάλλον χαλαρό διοικητικό έλεγχο, συνάπτοντας συμφωνίες με τις πιο ισχυρές από τις πόλεις που βρίσκονταν στη δικαιοδοσία τους. Από το 218 ως το 189 π.Χ., οι Σελευκίδες ανέκτησαν τα ερείσματά τους στην περιοχή.
Η αρχή της περιόδου αυτής σηματοδοτήθηκε από τη δράση του Αχαιού, ο οποίος αποπειράθηκε να σφετεριστεί την εξουσία του Αντιόχου Γ΄ του Μεγάλου. Με τα γεγονότα αυτά συνδέεται και μια στρατιωτική περιπέτεια στην οποία ενεπλάκη ενεργά η Σίδη, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι σχέσεις μεταξύ των πόλεων της Παμφυλίας δεν ήταν πάντοτε αρμονικές. Όταν η Σέλγη επιτέθηκε εναντίον της Πεδνηλισσού, γειτονικής πόλης της ισχυρής Ασπένδου, ο Αχαιός απέστειλε εκεί τον στρατιωτικό διοικητή Γαρσύηρη για να συνδράμει τους πολιορκούμενους. Ενώ η Άσπενδος και η Έτεννα έσπευσαν να συνδράμουν την πολιορκούμενη πόλη, η Σίδη αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη. Η στάση αυτή δεν υπαγορεύτηκε μόνο από την αφοσίωσή της στην κεντρική εξουσία, αλλά κυρίως από τις εχθρικές τους σχέσεις με την Άσπενδο.
Στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. (190-189 π.Χ.), ο πόλεμος μεταξύ των Ρωμαίων και του Αντιόχου Δ' ανέτρεψε εκ νέου τις ισορροπίες των δυνάμεων που είχαν διαμορφωθεί και σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής. Η ναυμαχία της Σίδης μάλιστα, το 190 π.Χ., ήταν γεγονός αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση του πολέμου, αφού εκεί κατατροπώθηκε ο σελευκιδικός στόλος. Ακολούθησε η ειρήνη της Απάμειας (188 π.Χ.), η οποία καθόρισε τις σφαίρες επιρροής των νέων κυριάρχων. Έτσι, το δυτικό τμήμα της Παμφυλίας μέχρι τον ποταμό Κέστρο προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Περγάμου, ενώ το ανατολικό –όπου βρισκόταν η Σίδη– παρέμεινε ελεύθερο.



Τμήμα από το μουσείο της αρχαίας Σίδης όπου στεγάζονται τα αρχαιολογικά
ευρήματα της πόλης.


Τα χρόνια αυτά, μέχρι το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ., σηματοδοτούν την πρώτη μεγάλη περίοδο ακμής της πόλης. Αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην άνθηση του εμπορίου, που κατέστησε τη Σίδη ένα από τα σημαίνοντα εμπορικά κέντρα της περιοχής. Η ευρεία κυκλοφορία των νομισμάτων της όχι μόνο στη Μ. Ασία αλλά και στη Συρία, τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο πιστοποιεί την ύπαρξη ενός ευρύτατου εμπορικού δικτύου στο Αιγαίο και στην ευρύτερη Μεσόγειο.
Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Παμφυλίας, διαβλέποντας την άνοδο της ρωμαϊκής ισχύος στην περιοχή τους, φρόντιζαν σε κάθε ευκαιρία να εκδηλώνουν φιλικές διαθέσεις προς την ανερχόμενη δύναμη. Για παράδειγμα, το έτος 168 π.Χ., μια πρεσβεία από Παμφυλείς κατέφθασε στη Ρώμη με βασικό αίτημα την ανανέωση της φιλίας μεταξύ των δύο μερών. Λίγο αργότερα, η Σίδη συμμετείχε ενεργά στον Γ' Καρχηδονιακό πόλεμο (149-146 π.Χ.) υπέρ της Ρώμης, παραχωρώντας πέντε πλοία στον Ρωμαίο στρατηγό Σκιπίωνα Αιμιλιανό για την πολιορκία της Καρχηδόνας.
Η ρωμαϊκή επέμβαση
Η περίοδος αυτή έληξε με το θάνατο του Αττάλου Γ' και την κληροδότηση του βασιλείου της Περγάμου στη Ρώμη το 133 π.Χ. Για ένα σύντομο διάστημα η Παμφυλία διατήρησε την ανεξαρτησία της, αλλά σύντομα κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη μάστιγα της πειρατείας, η οποία αποτέλεσε παράγοντα αποσταθεροποίησης για την περιοχή τα επόμενα χρόνια. Τα ως τότε ισχύοντα μέσα αυτοπροστασίας των πόλεων αποδείχτηκαν ανεπαρκή. Είναι χαρακτηριστικό το ότι η Σίδη εξαναγκάστηκε να παραχωρήσει στους πειρατές το δικαίωμα να κατασκευάζουν πλοία στα νεώριά της.

Σύντομα κατέστη ένα από τα κυριότερα κέντρα αγοραπωλησίας της λείας από τις πειρατικές επιδρομές. Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τους Μιθριδατικούς πολέμους, μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Μιθριδάτης ΣΤ' Ευπάτωρ κατέλαβε ολόκληρη την Παμφυλία, ύστερα από συμφωνία με τους πειρατές. Το έτος 78 π.Χ., ο P. Servilius Vatia, ανθύπατος Κιλικίας, ανέλαβε τον έλεγχο της Παμφυλίας και επιφορτίσθηκε με το δύσκολο έργο της εκκαθάρισής της από την πειρατεία. Τελικά, κατάφερε να απαλλάξει από τους πειρατές μόνο το δυτικό τμήμα της περιοχής, ενώ το έργο του το ολοκλήρωσε λίγο αργότερα ο Πομπήιος. Οι κάτοικοι της Σίδης, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, έστησαν στην πόλη τους ένα τιμητικό μνημείο για τον Ρωμαίο στρατηγό.



Τμήμα των λουτρών της αρχαίας πόλης

Μετά τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα το 44 π.Χ., η Παμφυλία πέρασε για σύντομο διάστημα στην επαρχία Ασίας, ενώ το 36 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος την παραχώρησε στο βασίλειο της Γαλατίας. Μετά το θάνατο του βασιλιά της Γαλατίας Αμύντα το 25 π.Χ., η Παμφυλία ενώθηκε διοικητικά με τη Λυκαονία, αποτελώντας ξεχωριστή επαρχία. Το 43 μ.Χ. ο Κλαύδιος δημιούργησε την επαρχία Λυκίας-Παμφυλίας. Επί Αδριανού (το 136 μ.Χ.), η Παμφυλία έγινε για πρώτη φορά συγκλητική επαρχία για λόγους που εξυπηρετούσαν τη ρωμαϊκή διοίκηση, ενώ η κατάσταση αυτή παγιώθηκε από το 178/179 μ.Χ. και εξής, επί της αρχής του Μάρκου Αυρήλιου. Το α' μισό του 3ου αιώνα μ.Χ. αποτέλεσε περίοδο μέγιστης οικονομικής ακμής.
Οι ειρηνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή συνετέλεσαν στην ανάδειξη της Σίδης σε μείζον εμπορικό κέντρο, καθώς και στη δημογραφική της ανάπτυξη. Η παρακμή ξεκίνησε στο β’ μισό του 3ου αιώνα μ.Χ., με την επιδρομή των Σκυθών από τη Μαύρη Θάλασσα επί Κλαυδίου του Γοτθικού (268-270 μ.Χ.), η οποία αποκρούσθηκε με επιτυχία από τους κατοίκους. Τον επόμενο αιώνα η πόλη έπρεπε να αντιμετωπίσει τους Ισαύρους. Οι αλλεπάλληλες επισκευές στα τείχη της Σίδης απηχούν με εύγλωττο τρόπο την ταραγμένη εκείνη περίοδο. Οι περιπέτειες αυτές είχαν μάλιστα ως συνέπεια τον περιορισμό της επικράτειας της πόλης. Τον 5ο αιώνα μ.Χ. εμφανίστηκαν κάποια σημάδια ανάκαμψης, ενώ δύο αιώνες αργότερα οι αραβικές εισβολές αποτέλεσαν το τελειωτικό χτύπημα για την αρχαία Σίδη.
Οικονομική ζωή
Το λιμάνι της Σίδης, σημείο συνάντησης σημαντικότατων θαλάσσιων οδών, την κατέστησε το κέντρο της θαλάσσιας επικοινωνίας μεταξύ τόσο της Συρίας, της Αιγύπτου και της Κύπρου στην Ανατολή όσο και της Ρόδου και του Αιγαίου στη Δύση. Ήταν η κύρια αντίπαλος της γειτονικής –και οικονομικά ισχυρής– Αττάλειας στον τομέα του εμπορίου. Εύλογα λοιπόν χρήζει ιδιαίτερης μνείας το λιμάνι της, το οποίο ήταν ζωτικής σημασίας για τη ζωή των κατοίκων της. Είναι χαρακτηριστικό το ότι τα θαλάσσια ρεύματα και οι ισχυροί άνεμοι που επικρατούσαν συνήθως το είχαν καταστήσει παροιμιώδες στους αρχαίους ναυτικούς για τη δυσκολία που παρουσίαζε ως προς τον ελλιμενισμό των πλοίων. Για του λόγου το αληθές, κάθε φορά που αναφερόταν κάποιος σε ένα επίπονο έργο, χρησιμοποιούνταν η ρήση «μου έλαχε το λιμάνι της Σίδης».





Αργυρό τετράδραχμο της Σίδης με την κεφαλή της  Αθηνάς στην μια όψη και την φτερωτή Νίκη στην άλλη.
(  205-190 π.Χ)


Η οικονομική ευρωστία της πόλης οφειλόταν όχι μόνο στο θαλάσσιο εμπόριο, αλλά και στην εύφορη, καλά αρδευόμενη γη γύρω από τον Μέλανα ποταμό. Επιπλέον, η Σίδη ήταν κέντρο του χερσαίου διαμετακομιστικού εμπορίου προς τη Λυκαονία, αφού βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με την οδό που οδηγούσε μέσω δύσβατων ορεινών περασμάτων στην περιοχή αυτή.
Η οικονομική ανάπτυξη της Σίδης έφτασε στο απόγειό της το 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ. Εκτεταμένα αρδευτικά συστήματα δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για εντατικές καλλιέργειες, ενώ παράλληλα οι κάτοικοι ασχολούνταν με την παραγωγή ελαιόλαδου, την αμπελουργία, την αλιεία, τη ναυπηγική και το εμπόριο. Επί της αρχής του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.), η Σίδη κατέστη τόπος μεταφόρτωσης των σιτηρών στο δρόμο από την Αλεξάνδρεια προς το βορρά, εις βάρος της Εφέσου. Το εμπορικό αυτό προνόμιο έδωσε νέα ώθηση στην οικονομική ζωή της πόλης.
Πολιτειακή οργάνωση

Τα κύρια διοικητικά όργανα της Σίδης ήταν η βουλή, η εκκλησία του Δήμου και η Γερουσία. Η πόλη ήταν χωρισμένη σε 4 συνοικίες, οι ονομασίες των οποίων προέρχονταν από τα σημαντικά οικοδομήματα που τις κοσμούσαν. Έτσι, υπήρχε η συνοικία των Τετραπωλειτών (από μια τετράπωλο, δηλαδή τέθριππο, πάνω στην αψίδα της οδού με τις κιονοστοιχίες), η συνοικία των Βωμειτών (από το βωμό του Διός), η συνοικία των Μεγαλοπυλειτών (από τη Μεγάλη Πύλη) και η συνοικία του Μεγάλου Συνεργείου. Είναι ενδιαφέρον το ότι η διαίρεση αυτή, εκτός από χωροταξική, ήταν και διοικητική, αφού η καθεμία από τις εν λόγω συνοικίες είχε τη δική της Γερουσία.



Το αρχαίο θέατρο της Σίδης

Θρησκευτική και κοινωνική ζωή
Οι επιγραφές που βρέθηκαν στη Σίδη παρέχουν στον ιστορικό σχεδόν πλήρη στοιχεία σχετικά με τη θρησκευτική ζωή στην πόλη, κυρίως κατά την Αυτοκρατορική περίοδο. Στα χρόνια αυτά τελούνταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα γυμνικοί και μουσικοί αγώνες, κατά τα πρότυπα των Ολυμπίων και των Πυθίων του ελλαδικού χώρου.
Ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν η λατρεία του Απόλλωνα και της Αθηνάς, οι οποίοι ήταν οι προστάτες θεοί της πόλης. Το τελετουργικό προς τιμήν των δύο θεών περιλάμβανε και τα Πύθια, που ήταν η βάση για την ομόνοια, δηλαδή τη φιλία, μεταξύ Δελφών και Σίδης. Η σημασία των αγώνων αυτών πιστοποιείται από την απεικόνισή τους σε νομίσματα του 3ου αιώνα μ.Χ.

Όντας ακμάζον εμπορικό λιμάνι, η Σίδη κατέστη σταδιακά ένα κοσμοπολίτικο κέντρο της περιοχής. Οι κάτοικοί της κατά την Ύστερη Αρχαιότητα αποτελούσαν μωσαϊκό φυλών και θρησκειών. Εκτός από τους Έλληνες υπήρχαν και πολλοί ανατολίτες. Αυτοί ήταν κυρίως έμποροι από τις φοινικικές πόλεις, τη Συρία, την Κύπρο και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Οι Αιγύπτιοι, μάλιστα, εισήγαγαν στη Σίδη τη λατρεία του Σαράπιδος και της Ίσιδος, που είχαν μεγάλη απήχηση στους Έλληνες κατοίκους. Στην πόλη πιστοποιείται και η ύπαρξη μιας ακμάζουσας εβραϊκής κοινότητας, η οποία μάλιστα είχε και δύο συναγωγές. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι κατέφθαναν κατά διαστήματα έμποροι και στρατιώτες από τη Δύση, την κυρίως Ελλάδα και τις μικρασιατικές πόλεις.
Οικιστική οργάνωση του αρχαίου οικισμού
Ο Ρωμαίος ιστορικός Λίβιος κάνει λόγο για μια πόλη της Παμφυλίας κτισμένη σε απόκρημνο βραχώδες ακρωτήριο, που «εισχωρούσε στη θάλασσα». Η περιγραφή ταιριάζει στην αρχαία Σίδη, τα ερείπια της οποίας εκτείνονται σε μια χερσόνησο μήκους 800 μ. περίπου και πλάτους 400 μ. 




Πλάνο της αρχαίας πόλης της Σίδης κατά την Ρωμαϊκή εποχή.

Το λιμάνι της Σίδης, ο βασικός παράγοντας της ευημερίας της κατά την Αρχαιότητα, ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου τεχνητό. Το μεγαλύτερο τμήμα του δεν είναι ορατό σήμερα, αλλά σώζεται ο αρχαίος μώλος. Η ίδια η πόλη δεν έχει διερευνηθεί ανασκαφικά σε όλη της την έκταση. Για το λόγο αυτόν δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί αν είχε γίνει εφαρμογή του ιπποδάμειου συστήματος, όπως για παράδειγμα στην Πριήνη και τη Μίλητο, ή αν η δόμηση ακολουθούσε το ανάγλυφο του εδάφους, όπως στην Πέργαμο.
Οι φυσικές πηγές γύρω από την πόλη είναι ελάχιστες και μάλλον ανεπαρκείς. Έτσι, δεν είναι γνωστό πώς έφθανε αρχικά το πόσιμο νερό στη Σίδη, αφού τα αρχαιολογικά δεδομένα δε συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης οργανωμένου υδροδοτικού συστήματος. Στους Αυτοκρατορικούς χρόνους από την άλλη, η υδροδότηση της πόλης γινόταν από τον ποταμό Μέλανα.
Το νερό έφθανε στην πόλη μέσω ενός εντυπωσιακού υδραγωγείου, του οποίου οι αγωγοί ξεκινούσαν από την πηγή Dumanlı, ακολουθώντας πορεία 29 χλμ. μέχρι τα τείχη της πόλης. Σε μερικά σημεία ήταν λαξευμένοι στο φυσικό βράχο, ενώ αλλού ήταν υπέργειοι και στηρίζονταν σε ψηλές αψίδες, μερικές από τις οποίες είναι ορατές μέχρι σήμερα. Το νερό συγκεντρωνόταν σε δεξαμενές και τροφοδοτούσε ένα μεγαλοπρεπές Νυμφαίο, με πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, που βρισκόταν ακριβώς έξω από τη βόρεια πύλη.
Τόσο αυτό όσο και το Υδραγωγείο χρονολογούνται στον 2ο αιώνα μ.Χ. Κατά τους ύστερους Αυτοκρατορικούς χρόνους, η οικονομική παρακμή της πόλης είχε εμφανείς επιπτώσεις και στο υδροδοτικό αυτό σύστημα, το οποίο παραμελήθηκε και σταμάτησε να επισκευάζεται. Για το λόγο αυτόν, η επέμβαση ενός επιφανούς πολίτη, του Βρυωνιανού Λολλιανού, τον ύστερο 3ο αιώνα μ.Χ., ο οποίος χρηματοδότησε την επισκευή των αγωγών, ήταν γεγονός ζωτικής σημασίας για τους κατοίκους.
Η Σίδη προστατευόταν με οχυρωματικό τείχος, το οποίο χρονολογείται στην ύστερη Ελληνιστική περίοδο (2ος αιώνας π.Χ.). Τα σωζόμενα τμήματά του είναι ως επί το πλείστον μεταγενέστερα, ενώ στα νότια έχει καλυφθεί πλήρως από άμμο, όπως και ολόκληρη η περιοχή στο σημείο αυτό. Το εξωτερικό τμήμα του τείχους, κτισμένο με ισόδομη τοιχοποιία, φέρει στο μήκος του ένα διακοσμητικό κυμάτιο, ενώ ενισχύεται από αμυντικούς πύργους σε ακανόνιστα διαστήματα. Η εσωτερική πλευρά της οχύρωσης έχει τριμερή κατά το ύψος διάταξη, στοιχείο που πρόσφερε μεγάλη άνεση κινήσεων στους αμυνόμενους.
Η κύρια πύλη της Σίδης βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του τείχους και η κάτοψή της παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τις πύλες στο Σίλλυον και την Πέργη. Κατά την Αυτοκρατορική περίοδο διακοσμήθηκε με κόγχες, γλυπτά και κίονες, αποκτώντας έτσι μνημειώδη όψη. Η δεύτερη πύλη της Σίδης βρισκόταν στο άλλο άκρο της πόλης, στα νότια. Οι ανασκαφές που έγιναν εκεί, έφεραν στο φως μια κατασκευή με διαφορετική κάτοψη, ενώ βρέθηκαν και ανάγλυφα που αναπαριστούν τμήματα οπλισμού, λάφυρα πιθανώς από κάποια σημαντική μάχη μεταξύ των κατοίκων της πόλης και της Περγάμου, το 2ο αιώνα π.Χ.



Άποψη της αρχαίας πόλης από ψηλά. Δεσπόζει το αρχαίο Θέατρο
και η αγορά.


Μια μεγαλοπρεπής οδός διέσχιζε την αρχαία πόλη. Ξεκινούσε από το λιμάνι και κατέληγε στην περιοχή των ναών. Μια μικρότερη οδός ξεκινούσε από την κύρια πύλη και είχε κατεύθυνση προς τα δυτικά. Οι δύο αυτοί οδικοί άξονες συνέδεαν τις τέσσερις συνοικίες της αρχαίας Σίδης. Ήταν πλακόστρωτοι και πλαισιώνονταν από μεγαλοπρεπείς στοές, με καταστήματα στις δύο πλευρές. Ένα μικρό μόνο τμήμα τους είναι ορατό σήμερα, εξαιτίας της εκτεταμένης σύγχρονης δόμησης.
Η Εμπορική Αγορά της Σίδης βρισκόταν στον άξονα της οδού που ξεκινούσε από τη βόρεια πύλη. Σήμερα διακρίνονται μόνο οι θεμελιώσεις της, ενώ στο κέντρο της δέσποζε ένας κυκλικός ναός του 2ου αιώνα μ.Χ., αφιερωμένος πιθανότατα στη θεά Τύχη. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι κάτοικοι έκτισαν ένα μικρό τείχος στα νότια της Αγοράς. Εκεί κτίσθηκε μια αψιδωτή πύλη, η οποία αποτέλεσε και είσοδο προς την πόλη στο σημείο αυτό. Δίπλα στην πύλη αυτή υπάρχει το μνημείο του Βεσπασιανού, το οποίο όμως δε βρίσκεται στην αρχική του θέση. Η σωζόμενη επιγραφή το χρονολογεί στο 74 μ.Χ. Ήταν ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα που έκτισαν οι πολίτες σε κάποιο άγνωστο σημείο μέσα στη Σίδη για να τιμήσουν τους αυτοκράτορες Τίτο και Βεσπασιανό.



Τμήμα της αρχαίας αγοράς της Σίδης

Η Αγορά βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με ένα συγκρότημα λουτρών του 5ου αιώνα μ.Χ., στο οποίο στεγάζεται σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Το θέατρο της Σίδης, στην ίδια περιοχή, είναι μια εντυπωσιακή κατασκευή των Αυτοκρατορικών χρόνων. Μεταξύ του θεάτρου και της οδού με τις κιονοστοιχίες σώζονται τα ερείπια ενός μικρού ναού του 1ου αιώνα π.Χ., αφιερωμένου πιθανώς στον θεό Διόνυσο. Στα ΝΑ του θεάτρου, έξω από το μεταγενέστερο τείχος, υπήρχε η Δημόσια Αγορά της πόλης, η οποία είχε ταυτιστεί λανθασμένα με Γυμνάσιο. Είχε περίτεχνο γλυπτό διάκοσμο, διέθετε πιθανότατα βιβλιοθήκη, ενώ κοσμούνταν με αγάλματα αθλητών και θεοτήτων, ρωμαϊκά αντίγραφα ελληνικών πρωτοτύπων.
Στο νότιο τμήμα της πόλης δεσπόζει η περιοχή με τους ναούς, με θέα στο λιμάνι και τη θάλασσα. Πρόκειται για δύο πανομοιότυπους περίπτερους κορινθιακούς ναούς κτισμένους σε υπερυψωμένη κρηπίδα, που χρονολογούνται στους Αυτοκρατορικούς χρόνους (2ος αιώνας μ.Χ.). Επρόκειτο για τους ναούς της Αθηνάς και του Απόλλωνα (ο οποίος είναι εν μέρη αναστηλωμένος), ήταν δηλαδή αφιερωμένοι στις δύο σημαντικότερες θεότητες που λατρεύονταν στην πόλη. Στους Πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους, κατά τον 5ο ή 6ο αιώνα μ.Χ., οι κάτοικοι έκτισαν μια μεγαλοπρεπή βασιλική στα ανατολικά της περιοχής των ναών. Στα ανατολικά της βρίσκεται ένας μικρός ναός, πιθανώς αφιερωμένος στη λατρεία του Μηνός. Στην περιοχή ΒΑ του ναού αυτού και σε άμεση γειτνίαση με την κεντρική οδό της πόλης σώζονται τα λουτρά του λιμανιού.



Ο Ναός του Απόλλων κοντά στο λιμάνι της αρχαίας πόλης.(2ος αι. μ.χ)

Mεταξύ των ερειπίων της αρχαίας Σίδης, ιδιαίτερη θέση κατέχει η εκτεταμένη νεκρόπολη, η οποία βρίσκεται στα ανατολικά της πόλης. Τα πολυάριθμα ταφικά μνημεία σώζονται σε καλή κατάσταση, αλλά οι εντατικές καλλιέργειες στην περιοχή έχουν προκαλέσει καταστροφές σε πολλά από αυτά. Στην πλειοψηφία τους χρονολογούνται στην Αυτοκρατορική περίοδο, ενώ το νεκροταφείο συνέχισε να είναι σε χρήση και στους Βυζαντινούς χρόνους. Υπήρχαν πολλοί τύποι ταφικών μνημείων, όπως σαρκοφάγοι, υπέργειοι κτιστοί τάφοι, βωμοί και οστεοθήκες. Ο γλυπτός διάκοσμος μάλιστα των σαρκοφάγων είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός και πιστοποιεί ότι η Σίδη ήταν αξιόλογο κέντρο γλυπτικής κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους.





Πηγή:
autochthonesellhnes